Το γλυκύτερο και αγιότερο πλάσμα του Θεού για ολόκληρο το σύμπαν είναι αναμφίβολα η Παναγία, η μητέρα του Κυρίου και μάνα επίσης των πιστών. Ο ιερός Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως αρνείται πως υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από την Θεοτόκο. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας την ονομάζει «το σεμνόν κειμήλιον όλης της οικουμένης». Οι προτεστάντες δεν καταλαβαίνουν γιατί στην Ορθόδοξη Εκκλησία τιμάμε τόσο πολύ την Θεοτόκο. Η ιδιαίτερη τιμή προς το πρόσωπό της είναι όμως ξεκάθαρη ήδη από την Καινή Διαθήκη, διότι ο αρχάγγελος Γαβριήλ την προσφωνεί ως εξής: «Χαίρε εσύ, η προικισμένη με τη Χάρη του Θεού! Ο Κύριος είναι μαζί σου. Ευλογημένη από το Θεό είσαι εσύ, περισσότερο απ’ όλες τις γυναίκες» (Λουκ. 1,28).
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία τιμάμε βαθύτατα την Παναγία, σύμφωνα και με τον προφητευμένο από το στόμα της λόγο: «Από τώρα θα με καλοτυχίζουν όλες οι γενιές» (1,48). Όταν μάλιστα ο Χριστός πάνω από το Σταυρό Του έδωσε στον Ιωάννη τη μητέρα Του για να την φροντίζει, από τότε η Παναγία έγινε και μητέρα της Εκκλησίας και μητέρα όλων των πιστών. Αλλά και κατά την Πεντηκοστή, την ημέρα δηλαδή που γεννήθηκε η Εκκλησία πάνω στη γη, η Θεοτόκος βρισκόταν ανάμεσα στους Αποστόλους και δέχθηκε επίσης το Άγιο Πνεύμα. Στο εξής, η Κυρία των αγγέλων και των ανθρώπων δεν σταμάτησε, δια της μεσιτείας και των προσευχών της, να προστατεύει την Εκκλησία του Γιού της στην οποία είναι μοναδικά ενταγμένη, ενώ το άγιο πρόσωπό της και η μεγάλη της συνεισφορά στη σωτηρία μας απασχόλησε τους Πατέρες της Εκκλησίας και την χριστιανική πίστη στους αιώνες. Στην Αποκάλυψη, ακόμη, εκθειάζεται το μεγαλείο της: «Μια γυναίκα ντυμένη τον ήλιο, με το φεγγάρι κάτω από τα πόδια της, και στο κεφάλι της στεφάνι με δώδεκα αστέρια…. Η γυναίκα γέννησε παιδί αρσενικό, που θα κυβερνήσει όλα τα έθνη με σιδερένια ράβδο» (12, 1-5).
Ο ελληνικός λαός ευλαβείται και αγαπά βαθύτατα την Παναγία, την νοιώθουμε πολύ κοντά μας και ότι τρέχει εις βοήθειά μας, και της αποδίδουμε επτακόσιες περίπου επωνυμίες (Ελευθερώτρια, Μεγαλόχαρη, Γλυκοφιλούσα, Εκατονταπυλιανή, Ελεούσα κ.λπ.). Προς τιμήν της έχουν ανεγερθεί σ’ όλη την χριστιανοσύνη χιλιάδες ναοί, έχουν φιλοτεχνηθεί άπειρες εικόνες της σ’ όλη την ιστορία, πάρα πολλοί άνθρωποι φέρουν το όνομά της, και ολόκληρη η Θεία Λειτουργία προσφέρεται εξαιρετικά προς τιμήν της Θεοτόκου. Εν τούτοις και στην Θεοτόκο αποδίδουμε τιμητική προσκύνηση (όπως και σε όλους τους αγίους) και όχι λατρεία, που αρμόζει μόνο: στον Τριαδικό Θεό, τον Ιησού Χριστό ως Θεάνθρωπο, και στην Θεία Ευχαριστία.
Και όπως η σελήνη αντλεί από το φως του ηλίου, έτσι και η Θεοτόκος είναι Παν-αγία (σε σχέση με τους ανθρώπους), διότι ενώθηκε απ’ αυτή τη ζωή όχι μόνο αγιοπνευματικά, αλλά και οργανικά-βιολογικά με τη Χάρη του Θεού, αφού έφερε άλλωστε στα σπλάχνα της για εννέα μήνες, γαλούχησε και ανέθρεψε τον ίδιο τον Υιό του Θεού ως άνθρωπο. Η Παλαιά Διαθήκη, ακόμη, είναι γεμάτη από προτυπώσεις της Παρθένου. Ονομάζεται Κλίμαξ Ιακώβ, Νεφέλη φωτεινή, άφλεκτος Βάτος, Δάσος του Αββακούμ, Όρος αλατόμητον κ.α. Στο λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο (Γέν. 3,15), ο Θεός απευθυνόμενος στο φίδι-σατανά αναφέρει για την Θεοτόκο ότι ο Απόγονός της (ο Χριστός) θα του συντρίψει το κεφάλι (του φιδιού), και ότι ο διάβολος θα καταφέρει απλά να του πληγώσει (του Χριστού) την φτέρνα (τριήμερος θάνατός Του και στην συνέχεια Ανάστασή Του).
Για την αειπαρθενία της Θεοτόκου, διαχρονική έμεινε στη Δύση η διατύπωση του ιερού Αυγουστίνου ότι «Παρθένος συνέλαβε, Παρθένος έτεκε, Παρθένος έμεινε». Οι Διαμαρτυρόμενοι, από αντίδραση προς τους Ρωμαιοκαθολικούς, απέρριψαν την αειπαρθενία της. Η ιερή μας Παράδοση και η Αγία Γραφή είναι όμως ξεκάθαρες. Ο προφήτης Ησαΐας λ.χ. αναφέρει: «Ιδού, η Παρθένος θα συλλάβει, θα γεννήσει Υιό και θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ (σημαίνει ‘ο Θεός μαζί μας’) (7,14). Και ο Ιεζεκιήλ λέγει: «Ο Κύριος μού είπε: ‘Αυτή η πύλη θα παραμείνει κλειστή. Κανείς δεν θα περάσει ποτέ απ’ αυτήν, γιατί έχω μπει απ’ αυτήν εγώ, ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ. Γι’ αυτό θα μείνει κλειστή’» (44, 2). Άγγελος Κυρίου λέγει στον Ιωσήφ: «Μην διστάσεις να πάρεις στο σπίτι σου τη Μαριάμ, τη γυναίκα σου, γιατί το παιδί που περιμένει προέρχεται από το Πνεύμα το Αγιο» (Ματθ. 1,20). Αλλά και η Μαριάμ, όταν της μεταφέρθηκε από τον Ουρανό το θείο μήνυμα, ρώτησε με αθωότητα τον άγγελο: «Πώς θα μου συμβεί αυτό, αφού δεν έχω συζυγικές σχέσεις με κανέναν άντρα;» (Λουκ. 1,34).
Αλλά και με τη λέξη «Πρωτότοκος», που κάποιοι προτάσσουν για να εμείνουν στην κακοδοξία τους, ο ευαγγελιστής Ματθαίος δεν ισχυρίζεται φυσικά ότι προέκυψαν και άλλα παιδιά στη συνέχεια από την Παρθένο και τον Ιωσήφ, παρά μόνο ότι ο Χριστός ήταν το πρώτο παιδί της Θεοτόκου. Πράγματι, ‘πρωτότοκος’ ονομαζόταν το πρώτο παιδί που γεννιόταν σε κάθε σπιτικό, που άνοιγε μήτρα, ακόμα κι αν δεν ακολουθούσαν άλλα παιδιά (βλ. Εξόδου 2,12-13 / 34,19 κ.ε.). Συχνά, μάλιστα, στην Αγία Γραφή η λέξη ‘πρωτότοκος’ έχει και την έννοια του Αγαπητού, του Ξεχωριστού, του Μοναδικού. Έτσι, ο Αδάμ και η Εύα αποκαλούνται στη Π.Δ. ‘πρωτόπλαστοι’, αν και δεν επακολούθησε η δημιουργία από τον Θεό άλλων ανθρώπων (Σοφ. Σολ. 7,1/10,1). Ακόμη, για τους αδελφούς και τις αδελφές του Ιησού που αναφέρονται στα Ευαγγέλια (Ιάκωβος, Ιωσής, Ιούδας, Συμεών, Μαρία και Σαλώμη), πρόκειται είτε για ξαδέλφια του Ιησού (άγιος Ιερώνυμος) είτε για παιδιά του Ιωσήφ από προηγούμενη γυναίκα του, που είχε στο μεταξύ πεθάνει (άγιος Επιφάνιος και Ωριγένης). Αυτή τη δεύτερη άποψη δέχεται δια πολλών μαρτυριών η Παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο αιρετικός Νεστόριος (ο Νεστοριανισμός καταδικάστηκε από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στην Έφεσο το 431) αρνήθηκε και αυτήν την ονομασία ‘Θεοτόκος’ που αποδίδουμε στην Παναγία και την ονόμαζε ‘Χριστοτόκο’. Την αρνούνται ως Θεοτόκο και ακραίες προτεσταντικές ομάδες (λ.χ. Μάρτυρες του Ιεχωβά), διότι αρνούνται ότι ο Χριστός είναι ο Θεός. Η Ελισάβετ, όμως, μόλις η Παναγία την επισκέφθηκε φωτισθείσα από το Άγιο Πνεύμα, τής είπε: «Και πως συνέβη τούτο, να έλθει η μητέρα του Κυρίου μου προς εμένα;» (Λουκ. 1,43). Την ονομάζει η Ελισάβετ ‘μητέρα του Κυρίου’, δηλαδή του Θεού και άρα είναι Θεοτόκος. Αλλά και στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, ο αρχάγγελος αποκαλύπτει: «Το άγιο παιδί που θα γεννήσεις θα ονομαστεί Υιός Θεού» (Λουκ. 1,35). Που σημαίνει ότι στα σπλάχνα της Παναγίας ενώθηκε, αρμονικά, ασύγχυτα, αδιαίρετα και άτρεπτα, Θεός και άνθρωπος στο πρόσωπο του Χριστού, γέννησε ως άνθρωπο τον ίδιο τον Υιό του Θεού, και γι’ αυτό της αρμόζει πέρα ως πέρα ο τίτλος "Θεοτόκος".
Η μεγάλη αξία της Θεοτόκου, σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες, εντοπίζεται ακόμη στο εξής: Ενώ βρισκόταν και αυτή εγκλωβισμένη στον στεναγμό του κόσμου για σωτηρία, ενώ δεν έπαυε να είναι κόρη του πεσόντος Αδάμ, εν τούτοις συνεργάστηκε οικειοθελώς με το σχέδιο του Θεού και έγινε το όργανο της λύτρωσης και το στόμα της πλάσης, που ανταποκρίθηκε θετικά στην πρόσκληση του πανοικτίρμονα Θεού. Χωρίς τη δική της συνεργασία, το δικό της ΝΑΙ στον Θεό, όταν κλήθηκε να γίνει η μητέρα του Υιού Του, η σωτηρία του ανθρώπου θα ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί. Γι’ αυτό και παραμένει στη συνείδηση της Εκκλησίας η γέφυρα προς τον Θεό, το κατοικητήριο του Λόγου.
Τέλος, η Ορθόδοξη Παράδοση, όπως αποτυπώνεται στην Υμνολογία και την Πατερική Θεολογία, διδάσκει πως το σώμα της Θεοτόκου, μετά τον προσωρινό θάνατό της (Κοίμηση της Θεοτόκου), μετέστη στον Ουρανό και χάριτι ενώθηκε ψυχοσωματικά με τον Υιό και Θεό της. Μεσιτεύει για όλους τους ανθρώπους, είναι μετά τον Χριστό η μόνη ιδιαίτερα γοργοεπήκοος, σπεύδει να σκεπάσει και να θεραπεύσει ανάγκες και ασθένειες, είναι η μάνα μας στον Ουρανό και πνευματικά και στην γη. Η παρουσία της στην ζωή μας είναι πολύ ζωντανή, μέσω της προσευχής, της θείας Λειτουργίας και της έντονης αγάπης των πιστών προς το πρόσωπό της.