Η βία κατά των ηλικιωμένων γυναικών αποτελεί ένα σημαντικό αλλά, κατά κανόνα, υποτιμημένο και αόρατο κοινωνικό ζήτημα, μιας και συναισθήματα φόβου, ενοχών αλλά και βαθιά ριζωμένες στερεοτυπικές αντιλήψεις, αναφορικά με τον ρόλο των γυναικών, αποτρέπουν ή δυσκολεύουν την καταγγελία. Συχνά, η βία κατά των ηλικιωμένων γυναικών εμφανίζεται μέσα σε σχέσεις εμπιστοσύνης, από συντρόφους/ συζύγους, μέλη της οικογένειας ή/ και φροντιστές/-τριες, και περιλαμβάνει, πέραν της σωματικής κακοποίησης, συμπεριφορές ελέγχου και καταπίεσης, παραμέληση αλλά και οικονομική ή/ και σεξουαλική εκμετάλλευση.
Οι επιπτώσεις της βίας είναι ιδιαίτερα σοβαρές, καθώς επηρεάζουν τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική υγεία των ηλικιωμένων γυναικών. Επιπλέον, μπορεί να οδηγήσουν σε επιδείνωση χρόνιων νοσημάτων, κατάθλιψη, άγχος, απώλεια αυτονομίας, ακόμη και σε πρόωρη θνησιμότητα, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε ότι μεγάλο ποσοστό ηλικιωμένων γυναικών έχουν υπάρξει για χρόνια εντός του πλαισίου των έμφυλων διακρίσεων ή/και της έμφυλης βίας, συνθήκες που συχνά, εντείνονται στην τρίτη ηλικία.
Στην Ελλάδα:
o Σχεδόν 1 στις 3 γυναίκες ηλικίας 65+ έχει υποστεί κάποια μορφή έμφυλης βίας από σύντροφο/σύζυγο (EIGE, 2024).
o 1 στις 10 γυναίκες ηλικίας άνω των 65 έχει ζητήσει βοήθεια από Συμβουλευτικό Κέντρο (ΓΓΙΑΔ, 2024).
o 4 στις 10 γυναίκες που δολοφονήθηκαν από οικεία πρόσωπα, μεταξύ 2021 και 2023, ήταν άνω των 65 (ΕΛ.ΑΣ., 2023).
o Μεταξύ των ετών 2021 και 2023, ο μέσος όρος που αφορούσε στις απόπειρες γυναικοκτονιών, με θύματα γυναίκες άνω των 65, άγγιξε το 22,6% (ΕΛ.ΑΣ., 2023).
Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να γίνει λόγος για την έννοια της διαθεματικότητας (intersectionality), η οποία αναφέρεται στη συνύπαρξη και αλληλεπίδραση πολλαπλών διακρίσεων και ανισοτήτων, οι οποίες εντείνουν την ευαλωτότητα ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Στην περίπτωση των ηλικιωμένων γυναικών, η έμφυλη διάκριση διασταυρώνεται με τον ηλικιακό ρατσισμό, δημιουργώντας ένα πλαίσιο αυξημένου κινδύνου βίας, αορατότητας και αποκλεισμού για τα θύματα. Οι ηλικιωμένες γυναίκες συχνά, αντιμετωπίζονται ως «μη ενεργά» ή «εξαρτώμενα» άτομα, γεγονός που οδηγεί στην υποτίμηση των καταγγελιών τους, όταν και αν αυτές γίνουν, καθώς και στη μειωμένη πρόσβασή τους σε μηχανισμούς προστασίας και δικαιοσύνης αλλά και στη ανυπαρξία υποστήριξης από τα οικεία άτομα και το κοινωνικό σύνολο.
Για παράδειγμα, πολλές ηλικιωμένες γυναίκες εξαρτώνται οικονομικά από μέλη της οικογένειας, έχουν χαμηλότερες συντάξεις, λόγω διαχρονικών ανισοτήτων στην εργασία, και συχνά, αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας ή αναπηρίας. Αυτοί οι παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο κακοποίησης και ταυτόχρονα, μειώνουν τη δυνατότητα καταγγελίας.
Η αναγνώριση της έννοιας της διαθεματικότητας είναι εξαιρετικά σημαντική, προκειμένου να σχεδιαστούν πολιτικές και υπηρεσίες που θα ανταποκρίνονται στις πραγματικές και σύνθετες ανάγκες των ηλικιωμένων γυναικών και ταυτόχρονα, θα διασφαλίζουν ουσιαστική προστασία και ισότιμη πρόσβαση στην υποστήριξη. Χωρίς αυτήν την προσέγγιση, οι ηλικιωμένες γυναίκες παραμένουν συχνά διπλά αόρατες: ως γυναίκες σε πατριαρχικά δομημένες κοινωνίες και ως ηλικιωμένες σε κοινωνίες που υποτιμούν τη γήρανση.
Πρόληψη και παρέμβαση:
o Δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του κοινωνικού συνόλου.
o Εκπαίδευση επαγγελματιών υγείας.
o Ενίσχυση των μηχανισμών καταγγελίας.
o Εκπαίδευση των εργαζομένων των επίσημων μηχανισμών απονομής της Δικαιοσύνης. o Ανάπτυξη στοχευμένων υπηρεσιών υποστήριξης για ηλικιωμένες γυναίκες.
Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό από όλες και όλους ότι η βία κατά των ηλικιωμένων γυναικών αποτελεί παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και παράδειγμα ελλειμματικής κοινωνικής δικαιοσύνης. Η ορατότητα του προβλήματος, μέσω της αποδοχής ότι η έμφυλη βία δεν έχει ηλικία, είναι το πρώτο και καθοριστικό βήμα για την πρόληψη και την ουσιαστική προστασία μιας πληθυσμιακής ομάδας που συχνά παραμένει στο περιθώριο.
Στο πλαίσιο ενημέρωσης και υποστήριξης όλων των γυναικών, οι δομές του Δικτύου της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στέκονται αρωγοί στην υποστήριξη πολιτικών προσανατολισμένων στην ενδυνάμωση των ηλικιωμένων γυναικών, καθώς και στην ουσιαστική υποστήριξή τους απέναντι στο φαινόμενο της έμφυλης βίας. Σε τοπικό επίπεδο, κάθε άτομο που επιθυμεί να λάβει πληροφορίες και κάθε ενήλικη γυναίκα, θύμα βίας ή/και πολλαπλών διακρίσεων, που επιθυμεί να υποστηριχτεί, μπορεί να απευθυνθεί στο Συμβουλευτικό Κέντρο Σύρου. Οι υπηρεσίες του (κοινωνική, ψυχολογική, νομική και εργασιακή συμβουλευτική) παρέχονται δωρεάν και καλύπτονται από το απόρρητο της συμβουλευτικής διαδικασίας.
Στοιχεία επικοινωνίας
Διεύθυνση: Φολεγάνδρου 2, 84100 Ερμούπολη, Σύρος
Ωράριο λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή, 08:00-16:00