Ασπίδα του Αχιλλέα: Το Ισραήλ επιβεβαιώνει μεταφορά τεχνογνωσίας και κοινή χρήση λογισμικού με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις
ο Ισραήλ, λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της Διακρατικής Συμφωνίας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με την ισραηλινή πλευρά, διαβεβαιώνει ότι η συνεργασία με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις για το σύστημα πολυεπίπεδης αεράμυνας, «Ασπίδα του Αχιλλέα» συνολικού προϋπολογισμού 3,035 δισ. ευρώ περιλαμβάνει τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την από κοινού χρήση λογισμικού και τεχνολογίας με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Παράλληλα, επιβεβαιώνει την ελληνική συμμετοχή στο πρόγραμμα, καθώς ελληνικές εταιρείες θα έχουν ενεργό ρόλο στη συμπαραγωγή των οπλικών συστημάτων.
Άλλωστε όπως είχε σημειώσει ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, προϋπόθεση είναι η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό τουλάχιστον 25%, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας και παραγωγής στο ελληνικό αμυντικό οικοσύστημα, καθώς και στην πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα των συστημάτων αυτών.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της ηλεκτρονικής έκδοσης της «Καθημερινής», ο διευθυντής του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, Μοσέ Πατέλ, μίλησε, μεταξύ άλλων, για τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, επιβεβαιώνοντας ότι «προβλέπεται εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή περίπου 25%, ενώ ήδη ισραηλινές βιομηχανίες συνεργάζονται με υποψήφιες ελληνικές εταιρείες για την ανάπτυξη και συμπαραγωγή εξαρτημάτων».
Σημειώνεται ότι η συμφωνία, όπως ανακοινώθηκε κατά την υπογραφή της 31ης Αυγούστου 2026, προβλέπει ευρεία συμμετοχή του ελληνικού αμυντικού και τεχνολογικού οικοσυστήματος με 19 ελληνικές εταιρείες να συμμετέχουν ήδη στις σχετικές διαδικασίες με ποσοστό συμμετοχής που υπερβαίνει το 25% και συγκεκριμένα τα 750 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, προβλέπεται η δημιουργία παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα με εξαγωγικές προοπτικές.
Ο κ. Πατέλ, αναφέρθηκε και στα ισραηλινά συστήματα που περιλαμβάνονται στη συμφωνία, τους μήνες των διαπραγματεύσεων και τον σχεδιασμό της νέας αντιπυραυλικής «ασπίδας» που θα στηθεί στην Ελλάδα.
Η πρόσφατη συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ, όπως σημείωσε, περιλαμβάνει μια πολυεπίπεδη αντιαεροπορική άμυνα με αναχαιτιστικά χαμηλής, μεσαίας και μεγάλης εμβέλειας, με τη συμμετοχή των συστημάτων Spyder, Barak MX και David's Sling.
Στο πλαίσιο αυτό, έκανε λόγο για δυνατότητες πολλαπλών επιπέδων.
Όπως εξήγησε, «στο κατώτερο επίπεδο, έχουμε το οπλικό σύστημα Spyder, το οποίο προορίζεται να αναπτυχθεί στα νησιά που βρίσκονται λίγο πιο μακριά από την ηπειρωτική χώρα. Στη συνέχεια, έχουμε τα συστήματα Barak MX, τα οποία καλύπτουν περισσότερα νησιά που βρίσκονται πιο κοντά στην ηπειρωτική χώρα. Και τρίτον, το David's Sling, το οποίο έχει ευρύτερη εμβέλεια και καλύπτει την ηπειρωτική χώρα καθώς και κάποια ακόμη νησιά γύρω από αυτήν».
Τα συστήματα αυτά θα προσφέρουν στην Ελλάδα, όπως τόνισε, πλήρη κάλυψη.
«Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης ραντάρ που κατασκευάζονται και αναπτύσσονται από την εταιρεία ELTA στο Ισραήλ, τα οποία θα αποτελούν μέρος της ικανότητας ανίχνευσης στόχων της αντιπυραυλικής άμυνας, καθώς και ένα σύστημα διοίκησης και ελέγχου που ουσιαστικά θα ελέγχει όλα τα συστήματα και όλα τα ραντάρ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο κατά πόσο αποτελεσματικό αποδείχθηκε το πολυεπίπεδο σύστημα αντιαεροπορικής άμυνας μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, σημείωσε ότι πολλά από τα διδάγματα που αντλήθηκαν έχουν ενσωματωθεί στα συστήματα, καθιστώντας σαφές ότι η ελληνική κυβέρνηση θα είναι σε θέση να παραλάβει συστήματα σε πολύ ώριμο στάδιο ενώ ως προς τις επιχειρησιακές ικανότητες υπογράμμισε ότι το ποσοστό επιτυχίας είναι υψηλό.
Σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, όπως ανέφερε, η σχετική συμφωνία αποτελεί αποτέλεσμα σχεδόν τεσσάρων ετών προετοιμασίας και επαφών μεταξύ των δύο πλευρών.
Έλληνες αξιωματικοί της Πολεμικής Αεροπορίας και του τμήματος σχεδιασμού, όπως είπε, επισκέφθηκαν πολλές φορές το Ισραήλ, ενώ αντίστοιχα ισραηλινές αντιπροσωπείες επισκέφθηκαν την Αθήνα. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον σχεδιασμό της τοποθέτησης των ραντάρ, με βάση το ανάγλυφο κάθε περιοχής, ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή κάλυψη και προστασία.
Τέλος, επιβεβαίωσε ότι στο πλαίσιο της σύμβασης προβλέπεται και εκπαίδευση Ελλήνων στρατιωτικών στο Ισραήλ, καθώς και δυνατότητα πραγματοποίησης εκπαίδευσης στην Ελλάδα, εφόσον απαιτηθεί.
Πηγή: skai.gr
Ασπίδα του Αχιλλέα: Έπεσαν οι υπογραφές για τον ελληνικό Θόλο των 3 δισ. ευρώ που αλλάζει την αεράμυνα της χώρας
Οι υπογραφές έπεσαν. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» περνά πλέον από τα χαρτιά στην πράξη. Ελλάδα και Ισραήλ έβαλαν σήμερα στο Τελ Αβίβ την τελική υπογραφή στη διακρατική συμφωνία για τη δημιουργία του Ελληνικού Θόλου, ανοίγοντας και επίσημα τον δρόμο για την υλοποίηση ενός από τα μεγαλύτερα και πιο φιλόδοξα εξοπλιστικά προγράμματα των τελευταίων ετών.
Τις συμβάσεις υπέγραψε σε ειδική εκδήλωση που διοργανώθηκε από ελληνικής πλευράς η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με επικεφαλής τον υποστράτηγο Ιωάννη Μπούρα, και από ισραηλινής πλευράς η Διεύθυνση Αμυντικής Συνεργασίας (SIBAT) και η MAFAT, το αντίστοιχο ισραηλινό όργανο με το ΕΛΚΑΚ με αρμοδιότητα στην έρευνα και ανάπτυξη αμυντικών τεχνολογιών.
Μετά από σχεδόν τρία χρόνια διαπραγματεύσεων, τεχνικών συζητήσεων και διαδοχικών εγκρίσεων, η συμφωνία ενεργοποιείται πλέον και περνά στη φάση της υλοποίησης. Η ισραηλινή πλευρά θα προχωρήσει στις παραγγελίες προς τις εταιρείες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, μεταξύ των οποίων οι IAI, Rafael και ELTA Systems, ώστε να ξεκινήσουν τα επιμέρους έργα.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ύψους άνω των 3 δισ. ευρώ, δεν αφορά μόνο την προμήθεια νέων αντιαεροπορικών και αντιβαλλιστικών συστημάτων. Αποτελεί ταυτόχρονα ένα μεγάλο στοίχημα για την αναδιοργάνωση της ελληνικής αεράμυνας και για την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, καθώς τουλάχιστον 25% του προγράμματος έχει συμφωνηθεί να έχει ελληνικό αποτύπωμα.
Εμβληματικό εξοπλιστικό πρόγραμμα
Όπως έγραφε και νωρίτερα το newmoney.gr, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά εξοπλιστικά προγράμματα των τελευταίων ετών για τις Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς αυτό που την ξεχωρίζει είναι ο στόχος να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο, πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας. Αποτελεί ουσιαστικά μια νέα φιλοσοφία, πέρα από τις αποσπασματικές αγορές οπλικών συστημάτων που χαρακτήρισαν επί σειρά ετών τον αμυντικό σχεδιασμό.
Η νέα αρχιτεκτονική φιλοδοξεί να αποτελέσει το κέντρο βάρους της διακλαδικότητας των Ενόπλων Δυνάμεων. Τα νέα υπερσύγχρονα οπλικά συστήματα, από τα F-35 και τα αναβαθμισμένα F-16 Viper έως τις φρεγάτες FDI Belharra και τα σύγχρονα drones, θα πρέπει να λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, ανταλλάσσοντας δεδομένα και επιχειρησιακή εικόνα μέσα από ένα ενιαίο δικτυοκεντρικό περιβάλλον.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», όμως, αποτελεί εμβληματικό εξοπλιστικό πρόγραμμα και για την οικονομία της χώρας και κυρίως για την ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Το πρόγραμμα, αξίας άνω των 3 δισ. ευρώ, με την προκαταβολή να εκτιμάται σύμφωνα με πληροφορίες περίπου στα 600 εκατ. ευρώ, είναι το πρώτο μεγάλο εξοπλιστικό μετά τις φρεγάτες Belharra, ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ, και τα μαχητικά Rafale, περίπου 3 δισ. ευρώ, στο οποίο έχει εξασφαλιστεί καθαρή ελληνική συμμετοχή τουλάχιστον 25%.
Κλείσιμο
Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος της δαπάνης περίπου 700 εκατ. ευρώ θα επιστρέψει στην ελληνική οικονομία μέσω έργων που θα ανατεθούν σε ελληνικές εταιρείες, συμπαραγωγής, μεταφοράς τεχνογνωσίας και ανάπτυξης τεχνολογικών δυνατοτήτων. Είναι μια εξέλιξη που, μετά από τη δεκαετή οικονομική κρίση και πολλά χρόνια προσπάθειας αναδιάταξης, βάζει ξανά την ελληνική αμυντική βιομηχανία στο επίκεντρο των μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Πώς φτάσαμε στις υπογραφές
Η σημερινή ημέρα αποτελεί το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που ξεκίνησε ουσιαστικά αρκετά πριν από την τελική φάση των διαπραγματεύσεων. Το Ισραήλ είχε από νωρίς ξεχωριστή θέση στον σχεδιασμό από την Ελλάδα. Μάλιστα, μία από τις πρώτες επισκέψεις του Νίκου Δένδια ως υπουργός Εθνικής Άμυνας ήταν στο Ισραήλ, όπου είχε ήδη θέσει ως στόχο τη διεύρυνση της αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας και τη δημιουργία στην Ελλάδα ενός οικοσυστήματος αντίστοιχου με το ισραηλινό, με τη συμμετοχή Ενόπλων Δυνάμεων, υπουργείων, ερευνητικών φορέων και εταιρειών.
Η επιλογή αυτή αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η Ελλάδα αναζητούσε έναν νέο τρόπο οργάνωσης της αεράμυνάς της, βασισμένο όχι σε μεμονωμένα συστήματα αλλά σε ένα ενιαίο δίκτυο αισθητήρων, ραντάρ, πυραύλων και διοίκησης και ελέγχου.
Το 2024 η Ελλάδα είχε ήδη εκφράσει ενδιαφέρον για την απόκτηση σύγχρονων ισραηλινών αντιαεροπορικών και αντιβαλλιστικών συστημάτων. Οι εξελίξεις στη Γάζα, ωστόσο, πάγωσαν προσωρινά τις συζητήσεις. Η διαδικασία άρχισε να ξεμπλοκάρει σταδιακά και στα τέλη του 2025 η ΓΔΑΕΕ πέρασε στην επίσημη φάση των διαπραγματεύσεων με το Ισραήλ.
Στις 15 Δεκεμβρίου 2025 ξεκίνησαν επίσημα στη ΓΔΑΕΕ οι διαπραγματεύσεις με τη SIBAT για την απόκτηση των συστημάτων που θα συγκροτούσαν τον Ελληνικό Θόλο. Η επιλογή της διακρατικής συμφωνίας G2G κρίθηκε καθοριστική, καθώς επέτρεπε την επιτάχυνση των διαδικασιών, αξιοποιώντας και την εμπειρία από προηγούμενα εξοπλιστικά προγράμματα με το Ισραήλ. Παράλληλα, τρεις επιμέρους διαπραγματευτικές ομάδες άρχισαν να συζητούν με τις Rafael, IAI και ELTA τις τεχνικές και επιχειρησιακές λεπτομέρειες.
Στους επόμενους μήνες οι διαπραγματεύσεις προχώρησαν παράλληλα σε δύο μέτωπα: αφενός για τα συστήματα και τις ποσότητες που θα αγόραζε η Ελλάδα και αφετέρου για το βιομηχανικό αποτύπωμα του προγράμματος. Η ΓΔΑΕΕ απέστειλε το επίσημο ελληνικό Request For Proposal στη SIBAT, μετά τις συζητήσεις με τις ισραηλινές εταιρείες, ενώ άρχισε να οριστικοποιείται και το πλαίσιο των συμβάσεων.
Καθώς η διαδικασία προχωρούσε, το πρόγραμμα εμπλουτιζόταν και με πρόσθετες δυνατότητες, ενώ στο τραπέζι βρέθηκαν ακόμη και επιλογές όπως ο βαλλιστικός πύραυλος LORA για τον οποίο αναμένονται εξελίξεις στο επόμενο διάστημα. Παράλληλα, ο στόχος παρέμενε η όσο το δυνατόν ταχύτερη παράδοση των πρώτων συστημάτων, με τις πρώτες παραδόσεις να έχουν προγραμματιστεί να ξεκινήσουν πριν ολοκληρωθεί το σύνολο του προγράμματος.
Τον Ιούνιο έγινε το κρίσιμο βιομηχανικό «κλείδωμα». Η ελληνική συμμετοχή συμφωνήθηκε τουλάχιστον στο 25%, τόσο σε έργο παραγωγής όσο και σε μεταφορά τεχνογνωσίας. Στον αρχικό σχεδιασμό σύμφωνα με πληροφορίες του newmoney.gr θα συμμετέχουν οι ΕΑΣ, ΕΑΒ, Metlen, Miltech, Scytalys, Akmon, τα Ναυπηγεία Σαλαμίνας και η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, ενώ ο κατάλογος των ελληνικών επιχειρήσεων αναμένεται να διευρυνθεί όσο εξελίσσεται το πρόγραμμα.
Το επόμενο κρίσιμο βήμα ήταν η πολιτική έγκριση. Στις 23 Ιουλίου 2026 το ΚΥΣΕΑ έδωσε το «πράσινο φως» στην «Ασπίδα του Αχιλλέα», εντάσσοντάς την στον νέο μεγάλο κύκλο εξοπλιστικών προγραμμάτων των Ενόπλων Δυνάμεων.
Από εκεί και πέρα ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για τις συμβάσεις. Η ελληνική και η ισραηλινή πλευρά ολοκλήρωσαν τις τελευταίες διοικητικές και νομικές διαδικασίες, ενώ στις αρχές Αυγούστου ήρθε και η απαραίτητη έγκριση από την ισραηλινή υπουργική Επιτροπή Εξαγωγών. Έτσι, το τελευταίο ουσιαστικό εμπόδιο για την ενεργοποίηση της διακρατικής συμφωνίας ξεπεράστηκε και οι δύο πλευρές μπήκαν στην τελική ευθεία για τις υπογραφές.
Από τι θα αποτελείται ο Θόλος
Ο Ελληνικός Θόλος δεν θα είναι ένα μεμονωμένο οπλικό σύστημα, αλλά ένα πλέγμα διαφορετικών μέσων που θα λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύστημα. Στον πυρήνα του βρίσκονται τρία βασικά ισραηλινά συστήματα.
Το BARAK MX της IAI θα αποτελέσει τον βασικό κορμό της αντιαεροπορικής άμυνας, με τρεις διαφορετικούς τύπους αναχαιτιστών, BARAK MRAD, LRAD και ER, με εμβέλειες περίπου 35, 70 και 150 χιλιομέτρων αντίστοιχα.
Στο επίπεδο των αισθητήρων θα βρίσκονται τα EL/M-2084 MMR της ELTA Systems, κινητά ραντάρ που θα ενισχύσουν το Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου της Πολεμικής Αεροπορίας και θα παρέχουν την απαραίτητη εικόνα του εναέριου χώρου.
Το τρίτο βασικό επίπεδο θα αποτελείται από τα συστήματα SPYDER της Rafael, ενώ για την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς προβλέπεται η ένταξη του David’s Sling, δημιουργώντας το ανώτερο στρώμα της αντιβαλλιστικής προστασίας.
Πάνω από όλα αυτά θα βρίσκεται ο «εγκέφαλος» του Θόλου: το ενιαίο Σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου (C2), το οποίο θα συνδέει τους αισθητήρες και τα διαφορετικά μέσα αναχαίτισης. Θα συγκεντρώνει τα επιχειρησιακά δεδομένα, θα αξιολογεί και θα προτεραιοποιεί τις απειλές και θα επιτρέπει την επιλογή του κατάλληλου μέσου αντιμετώπισης.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα στοιχήματα για την Ελλάδα. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν σχεδιάζεται απλώς ως μια αγορά ισραηλινών όπλων. Στόχος είναι να δημιουργηθεί στην Ελλάδα ένα σημαντικό κομμάτι της αρχιτεκτονικής του συστήματος, με συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, μεταφορά τεχνογνωσίας και ανάπτυξη τεχνολογικών δυνατοτήτων που θα παραμείνουν στη χώρα.
Έτσι, όταν σε 35 μήνες ο Ελληνικός Θόλος θα πρέπει να είναι πλήρως επιχειρησιακός, το πραγματικό ζητούμενο δεν θα είναι μόνο πόσους πυραύλους θα διαθέτει ή πόσα ραντάρ θα έχουν εγκατασταθεί. Θα είναι αν η Ελλάδα θα έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα ενιαίο, δικτυοκεντρικό σύστημα αεράμυνας και, ταυτόχρονα, μια νέα βιομηχανική βάση ικανή όχι μόνο να το υποστηρίζει, αλλά και να συμμετέχει στην επόμενη γενιά των συστημάτων του.
Πηγή: newmoney.gr
Οι ελληνικοί Patriot στη Σαουδική Αραβία κατέρριψαν εχθρικά drones, εκτόξευσαν τρία βλήματα
Σε εμπλοκή με εχθρικά μη επανδρωμένα αεροχήματα (UAVs) προχώρησαν κατά τη διάρκεια της νύχτας ελληνικά Patriot που έχουν αναπτυχθεί στη Σαουδική Αραβία.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, η Πυροβολαρχία Κατευθυνόμενων Βλημάτων Patriot της Ελληνικής Δύναμης Σαουδικής Αραβίας (ΕΛΔΥΣΑ) εκτόξευσε τρία βλήματα, ενώ οι εχθρικοί στόχοι καταρρίφθηκαν από κοινού με τα συνεργαζόμενα συστήματα αεράμυνας της Σαουδικής Αραβίας.
Η ΕΛΔΥΣΑ βρίσκεται στη χώρα στο πλαίσιο της συμμετοχής της Ελλάδας στη διεθνή πρωτοβουλία «Integrated Air Missile Defense (IAMD) Concept», με αποστολή την υποστήριξη της αεράμυνας του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας.
«Κλείδωσαν» οι φρεγάτες Bergamini: 8 Σεπτεμβρίου στη Ρώμη οι υπογραφές
Γεγονός είναι πλέον η πρόσκτηση από το Πολεμικό Ναυτικό δύο ιταλικών φρεγατών τύπου FREMM (κλάσης Bergamini), καθώς ολοκληρώθηκαν όλα τα προπαρασκευαστικά στάδια για την ένταξή τους στον ελληνικό στόλο.
Συγκεκριμένα, η Εφαρμοστική Ρύθμιση (ImplementingArrangement) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ιταλικής Δημοκρατίας, η οποία ενεργοποιεί το πρόγραμμα πρόσκτησης δύο ιταλικών φρεγατών τύπου FREMM (κλάσης Bergamini), πρόκειται να υπογραφεί την Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026 στη Ρώμη, παρουσία του Έλληνα Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια, του Ιταλού ομολόγου του Γκουίντο Κροσέτο (Guido Crosetto) και των Αρχηγών Ναυτικού των δύο χωρών.
Η Εφαρμοστική Ρύθμιση θα υπογραφεί από τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και την αντίστοιχη ιταλική Διεύθυνση Εξοπλισμών, σε υλοποίηση του Μνημονίου Συνεργασίας (MoU) και της Δήλωσης Προθέσεων για την απόκτηση των ιταλικών Φρεγατών τ. FREMM, που υπογράφηκαν στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, στη Λα Σπέτσια της Ιταλίας, κατά τη συνάντηση του κ. Δένδια με τον κ. Κροσέτο.
Με την Εφαρμοστική Ρύθμιση οριστικοποιούνται οι νομικοί, οικονομικοί και τεχνικοί όροι της αγοράς των δύο πρώτων φρεγατών τύπου FREMM (κλάσης Bergamini).
Συγκεκριμένα καθορίζεται:
• Η αξία των δύο πλοίων στην υφιστάμενη κατάσταση και το χρονοδιάγραμμα μεταβίβασης και ένταξης των πλοίων στο Πολεμικό Ναυτικό (Carlo BERGAMINI (F-590): Πώληση/μεταβίβαση εντός του πρώτου εξαμήνου του 2028 – Virginio FASAN (F-591): Πώληση/μεταβίβαση εντός του πρώτου εξαμήνου του 2029).
• Η αρχική και εν συνεχεία υποστήριξη για τη διασφάλιση της επιχειρησιακής διαθεσιμότητας των μονάδων.
• Η εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή, με την εμπλοκή ελληνικών ναυπηγείων στις εργασίες συντήρησης και προσαρμογής νέων συστημάτων στα πλοία.
Η πρόσκτηση των δύο φρεγατών τ. FREMM, με δυνατότητα πρόσκτησης επιπλέον πλοίων μελλοντικά, μαζί με τις τέσσερις φρεγάτες τ. FDI και τον εκσυγχρονισμό των φρεγατών τ. MEKO, δημιουργεί ένα Πολεμικό Ναυτικό με Μονάδες Κρούσης υψηλών δυνατοτήτων, που διαφυλάσσουν την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας, τόσο στο Αιγαίο Πέλαγος όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τι θα γίνει με την αναβάθμιση των ελληνικών Patriot από τη Σαουδική Αραβία;
Στην επόμενη συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ πρόκειται να κριθούν το μέλλον της Ελληνικής Δύναμης Σαουδικής Αραβίας (ΕΛΔΥΣΑ) και η πιθανή επιστροφή της πυροβολαρχίας Patriot που βρίσκεται στην περιοχή Γιανμπού. Σύμφωνα με διαρροές, το υπουργείο Εθνικής Αμυνας εξετάζει δύο σενάρια που αφορούν το προσωπικό και τα μέσα της 350 Πτέρυγας Κατευθυνόμενων Βλημάτων της Πολεμικής Αεροπορίας. Να δοθεί σύντομη παράταση ενός μηνός και το θέμα να επανεξεταστεί τον Οκτώβριο ή να αποφασιστεί η επιστροφή των Patriot από τη Σαουδική Αραβία μετά από πέντε έτη. Προς το παρόν, πάντως, τα στελέχη της Πολεμικής Αεροπορίας ετοιμάζονται να μεταβούν στη Σαουδική Αραβία για να αντικαταστήσουν τους συναδέλφους τους στα τέλη Σεπτεμβρίου.
Σε κάθε περίπτωση, οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις έχουν αποκομίσει σημαντικά οφέλη από την παραμονή και χρήση του συστήματος στη Μέση Ανατολή, ωστόσο, δεν υπάρχει σαφής εικόνα σχετικά με τα ανταλλάγματα που έχουν συμφωνηθεί ανάμεσα στην Αθήνα και στο Ριάντ, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Integrated AirMissile Defense (IAMD) Concept, και αφορούν την εργοστασιακή συντήρηση και την αναβάθμιση των ελληνικών συστημάτων.
Τι γνωρίζουμε
Τον περασμένο Ιανουάριο, όπως είχε αναδείξει η «Κ» με ρεπορτάζ του Βασίλη Νέδου, Ελλάδα και Σαουδική Αραβία βρίσκονταν σε προχωρημένες συζητήσεις για την αναβάθμιση του συνόλου των έξι πυροβολαρχιών του κινητού αντιαεροπορικού συστήματος μεγάλου βεληνεκούς τύπου Patriot της Πολεμικής Αεροπορίας, με ευθύνη του Ριάντ και κόστος περίπου 350 εκατομμυρίων δολαρίων με τιμές 2021. Ωστόσο, το ξέσπασμα του πολέμου σχεδόν έναν μήνα αργότερα, στις 28 Φεβρουαρίου, οδήγησε σε «πάγωμα» των διαβουλεύσεων καθώς η ζήτηση για συστήματα και κυρίως πυρομαχικά εκτοξεύτηκε, ενώ σήμανε συναγερμός ακόμη και για τα αμερικανικά αποθέματα που είναι απαραίτητα για να υποστηριχτούν οι επιχειρήσεις κατά του Ιράν και να αντιμετωπιστούν οι επιθέσεις των Φρουρών της Επανάστασης με τακτικούς βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον του Ισραήλ αλλά και αμερικανικών βάσεων στη Μέση Ανατολή. τ
Ακόμη και σε εκείνο το σημείο, όμως, διαφαίνονταν εμπόδια που καθυστερούσαν την υλοποίηση της συμφωνίας, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με τον αριθμό των συστημάτων που θα συντηρηθούν και θα αναβαθμιστούν. Σύμφωνα με πληροφορίες, ορισμένες «φωνές» στο Ριάντ πρόκριναν την αναβάθμιση μίας πυροβολαρχίας, εκείνης που επιχειρεί στο Γιανμπού, το ραντάρ και οι εκτοξευτές της οποίας έχουν καταπονηθεί από την παρατεταμένη ανάπτυξη, ενώ για επιχειρησιακούς λόγους δεν ακολουθήθηκε η μέθοδος του rotation ανάμεσα στις έξι πυροβολαρχίες που διαθέτει η Ελλάδα.
Αρμόδιες πηγές διευκρινίζουν στην «Κ» ότι οι συζητήσεις με το Ριάντ δεν έχουν σταματήσει και πως στόχος της Αθήνας είναι να υλοποιηθεί η συμφωνία για την αναβάθμιση των συστημάτων. Υπογραμμίζουν, ακόμη, ότι τηρείται η δέσμευση για την αναπλήρωση των βλημάτων που χρησιμοποιήθηκαν κατά την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών ώστε να μην επηρεάζονται τα εθνικά αποθέματα πυρομαχικών.
Τα οφέλη
Η συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία, την πρώτη από τις χώρες του Κόλπου με την οποία η Ελλάδα θεσμοθέτησε Ανώτατο Συμβούλιο Στρατηγικής Συνεργασίας, έχει ήδη αποφέρει σημαντικά οφέλη στις Ενοπλες Δυνάμεις. Επιχειρησιακά, τα στελέχη της 350 Πτέρυγας κατευθυνόμενων βλημάτων απέδειξαν ότι διαθέτουν υψηλότατο επίπεδο εκπαίδευσης καθώς δοκιμάστηκαν σε πραγματικές συνθήκες πετυχαίνοντας το απόλυτο σε καταρρίψεις εναέριων απειλών.
Από τις 19 Μαρτίου 2026 που σημειώθηκε η πρώτη κατάρριψη έως σήμερα, η ΕΛΔΥΣΑ έχει εξουδετερώσει τέσσερις βαλλιστικούς πυραύλους και τρία UAV που προέρχονταν από το Ιράν και τους Χούθι της Υεμένης και στόχευαν τις ενεργειακές εγκαταστάσεις στο δυτικό τμήμα της Σαουδικής Αραβίας. Για την κατάρριψή τους, σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση, χρησιμοποιήθηκε αντίστοιχος αριθμός βλημάτων, γεγονός που σημαίνει πως το ποσοστό ευστοχίας ανήλθε σε εκατό τοις εκατό.
Επιπλέον, στο πλαίσιο της στρατηγικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία, η Αθήνα έχει εξασφαλίσει δωρεάν πολύτιμα ανταλλακτικά για την επαναφορά μεταφορικών αεροσκαφών C-130 ανεβάζοντας σημαντικά τις διαθεσιμότητες του μέσου, ενώ τον Ιανουάριο του 2025 οι δύο πλευρές συμφώνησαν για τη δωρεάν παραχώρηση ανταλλακτικών και υλικών υποστήριξης για τα ελικόπτερα Απάτσι της Αεροπορίας Στρατού, αξίας περίπου ενός εκατομμυρίου δολαρίων.
Γαλλία – Ινδία – Ελλάδα για μαχητικό 6ης γενιάς
Οι γεωπολιτικές ισορροπίες στον τομέα της αεροπορικής υπεροχής αναδιαμορφώνονται ταχύτατα, καθώς η ανάπτυξη της 6ης γενιάς μαχητικών αεροσκαφών μετατρέπεται σε πεδίο ευρύτερων διεθνών συμμαχιών. Η Γαλλία, επιδιώκοντας την τεχνολογική της αυτονομία, προσελκύει ισχυρούς εταίρους όπως η Ινδία, με την Ελλάδα ήδη να έχει εκφράσει το ενδιαφέρον της. Η τριμερής αυτή προοπτική επανακαθορίζει τους εξοπλιστικούς συσχετισμούς από τη Μεσόγειο έως τον Ινδοειρηνικό.
Του Χρήστου Μαζανίτη
Η μετάβαση στην 6η γενιά μαχητικών αεροσκαφών δεν αποτελεί απλώς μια τεχνολογική αναβάθμιση των υφιστάμενων πλατφορμών, αλλά μια ολοκληρωτική αλλαγή παραδείγματος στον τρόπο διεξαγωγής του αεροπορικού πολέμου. Τα αεροσκάφη 6ης γενιάς σχεδιάζονται για να λειτουργούν ως κεντρικοί κόμβοι σε ένα διασυνδεδεμένο περιβάλλον «νέφος μάχης » ή «επιχειρησιακή πλατφόρμα» σε πιο ελεύθερη απόδοση (combat cloud), κατευθύνοντας αυτόνομα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (Remote Carriers / Loyal Wingmen), ενσωματώνοντας τεχνητή νοημοσύνη, τεχνολογίες απόκρυψης (stealth) επόμενου επιπέδου, καθώς και όπλα κατευθυνόμενης ενέργειας.
Ενώ οι ΗΠΑ επιταχύνουν τις διεργασίες τους και η Κίνα επενδύει τεράστια κεφάλαια, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με τις δικές της εγγενείς αδυναμίες. Το φιλόδοξο γαλλογερμανικό πρόγραμμα FCAS (Future Combat Air System / SCAF), το οποίο είχε ξεκινήσει με στόχο την ανάπτυξη ενός κοινού ευρωπαϊκού μαχητικού, συνάντησε ανυπέρβλητα εμπόδια. Οι βιομηχανικές διαμάχες μεταξύ της Dassault Aviation και της Airbus, οι διαφορετικές επιχειρησιακές απαιτήσεις –με τη Γαλλία να ζητά επιτακτικά δυνατότητα επιχειρήσεων από αεροπλανοφόρο και μεταφοράς πυρηνικών όπλων– αλλά και οι γερμανικοί περιορισμοί στις εξαγωγές αμυντικού υλικού, οδήγησαν το εγχείρημα σε αδιέξοδο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Παρίσι αποφάσισε να χαράξει αυτόνομη στρατηγική πορεία, αναζητώντας νέους, αξιόπιστους διεθνείς εταίρους εκτός του στενού γερμανικού πλαισίου.
Το ενδιαφέρον της Ινδίας
Σε αυτή τη νέα γεωστρατηγική σκακιέρα, η Ινδία αναδύεται ως ένας παίκτης-καταλύτης. Όπως αποκαλύπτεται το Νέο Δελχί έχει εκφράσει επίσημα την επιθυμία του να συμμετάσχει στο πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικού νέας γενιάς της Γαλλίας. Η κίνηση αυτή δεν είναι μεμονωμένη, αλλά αποτελεί φυσική εξέλιξη της βαθιάς στρατηγικής σχέσης που έχουν αναπτύξει οι δύο χώρες τα τελευταία χρόνια.
Η Ινδία, η οποία ήδη αξιοποιεί με εξαιρετική επιτυχία τα μαχητικά Rafale στην Αεροπορία και το Ναυτικό της, επιζητεί τη διασφάλιση της αεροπορικής της υπεροχής απέναντι στις αυξανόμενες προκλήσεις στην περιοχή του Ινδοειρηνικού.
Παράλληλα με το δικό της εγχώριο πρόγραμμα AMCA (Advanced Medium Combat Aircraft), η ινδική ηγεσία συνειδητοποιεί ότι το τεχνολογικό άλμα προς την 6η γενιά απαιτεί διεθνείς συνέργειες και μεταφορά τεχνογνωσίας. Η συνεργασία με τη γαλλική Safran για την ανάπτυξη προηγμένων κινητήρων τζετ έχει θέσει ήδη τις βάσεις. Η ένταξη της Ινδίας στο γαλλικό πρόγραμμα προσφέρει στο Παρίσι έναν εταίρο με τεράστια οικονομική επιφάνεια, μεγάλες παραγγελίες και αμυντική βιομηχανία που διψά για τεχνολογική αναβάθμιση.
Η στρατηγική επιλογή της Ελλάδας
Μέσα σε αυτό το ευρύτερο διεθνές σκηνικό, η Ελλάδα δηλώνει παρούσα στις τεχνολογικές εξελίξεις του μέλλοντος, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως πυλώνας σταθερότητας και ισχυρός αμυντικός εταίρος της Γαλλίας. Όπως έχουμε επισημάνει σε πρόσφατα άρθρα στο enikos.gr, η Αθήνα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και προσανατολίζεται σταθερά προς το γαλλικό εγχείρημα.
Η πρόθεση αυτή δεν δημιουργήθηκε εν κενώ. Το ενδιαφέρον της χώρας μας είχε εκφραστεί ήδη από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψης του Γάλλου Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα. Η ελληνική πλευρά κατέστησε σαφές ότι επιθυμεί να αποτελέσει οργανικό μέρος του επόμενου αεροπορικού βήματος της Γαλλίας. Μετά την επιτυχημένη ενσωμάτωση των μαχητικών Rafale F3R στην Πολεμική Αεροπορία και την υπογραφή της ιστορικής συμφωνίας στρατηγικής εταιρικής σχέσης για την άμυνα και την ασφάλεια, η συμμετοχή στο μαχητικό 6ης γενιάς αποτελεί τη φυσική συνέχεια της ελληνογαλλικής συμμαχίας.
Για την Ελλάδα, η επιλογή της Γαλλίας προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα. Αφενός διασφαλίζεται η επιχειρησιακή ομοιογένεια και η υλικοτεχνική συνέπεια της Πολεμικής Αεροπορίας, η οποία έχει ιστορικά βαθιά εξοικείωση με τη γαλλική αεροναυπηγική φιλοσοφία. Αφετέρου, η Αθήνα απαλλάσσεται από τις πολιτικές αγκυλώσεις και τους εξαγωγικούς περιορισμούς άλλων ευρωπαϊκών κρατών, εξασφαλίζοντας ότι οι αποφάσεις για την υποστήριξη και την εξέλιξη των συστημάτων θα λαμβάνονται στο πλαίσιο μιας ειλικρινούς συμμαχικής σχέσης.
Η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας
Ένας από τους κρισιμότερους στόχους της ελληνικής εμπλοκής στο πρόγραμμα 6ης γενιάς είναι η ουσιαστική μετάβαση από τον ρόλο του απλού αγοραστή στον ρόλο του βιομηχανικού συνδιαμορφωτή. Η πρόθεση της Αθήνας είναι η εγχώρια αμυντική και τεχνολογική βιομηχανία να συμμετάσχει ενεργά από τα αρχικά στάδια της έρευνας και ανάπτυξης (R&D).
Η ελληνική βιομηχανία διαθέτει πλέον σημαντική εξειδίκευση σε τομείς αιχμής, όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα, τα προηγμένα λογισμικά διοίκησης και ελέγχου, τα συστήματα επικοινωνιών και τα σύνθετα υλικά. Η συμμετοχή στην ανάπτυξη των συνοδευτικών drones (Loyal Wingmen) και των δικτυοκεντρικών τεχνολογιών του γαλλικού μαχητικού μπορεί να προσφέρει τεράστιες βιομηχανικές επιστροφές, υψηλής προστιθέμενης αξίας θέσεις εργασίας για Έλληνες μηχανικούς και επιστήμονες, καθώς και τεχνολογική αυτονομία σε κρίσιμους τομείς της εθνικής άμυνας.
Ο άξονας Παρισίου – Νέου Δελχί – Αθηνών
Η πιθανή διαμόρφωση ενός τριμερούς πλαισίου συνεργασίας μεταξύ Γαλλίας, Ινδίας και Ελλάδας για το μαχητικό 6ης γενιάς υπερβαίνει τα στενά όρια ενός εξοπλιστικού προγράμματος. Πρόκειται για τη συγκρότηση ενός ισχυρού γεωπολιτικού άξονα που συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο με τον Ινδικό Ωκεανό.
Και οι τρεις χώρες μοιράζονται κοινές ανησυχίες για την ασφάλεια των θαλασσίων οδών, το σεβασμό του διεθνούς δικαίου και την ανάγκη αποτροπής αναθεωρητικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή τους. Η κοινή ανάπτυξη και επιχειρησιακή αξιοποίηση μιας κορυφαίας αεροπορικής πλατφόρμας θα ενισχύσει δραστικά τη διαλειτουργικότητα των ενόπλων δυνάμεων των τριών κρατών, δημιουργώντας ένα αμυντικό μέτωπο υψηλής τεχνολογίας.
Η πρωτοβουλία της Γαλλίας να ηγηθεί ενός νέου προγράμματος 6ης γενιάς, προσελκύοντας την Ινδία και έχοντας την έμπρακτη στήριξη της Ελλάδας, διαμορφώνει τους όρους για την αεροπορική κυριαρχία των επόμενων δεκαετιών. Για την Ελλάδα, η έγκαιρη τοποθέτηση από τον Κυριάκο Μητσοτάκη συνιστά διορατική στρατηγική επιλογή που διασφαλίζει την ποιοτική υπεροχή της Πολεμικής Αεροπορίας και τοποθετεί τη χώρα στην πρώτη γραμμή των παγκόσμιων τεχνολογικών εξελίξεων.
Η βιομηχανική προσέγγιση της Ινδίας με τη Γαλλία φαίνεται να είναι αποτέλεσμα γενικότερης στρατηγικής προσέγγισης, με την Ελλάδα να αποτελεί μέρος αυτού του δεσμού.
Η πιθανή σύγκλιση Γαλλίας, Ινδίας και Ελλάδας στο επίπεδο της αεροπορικής τεχνολογίας 6ης γενιάς λειτουργεί εξαιρετικά ενισχυτικά για τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC). Ο IMEC αποτελεί ένα φιλόδοξο εμπορικό, ενεργειακό και ψηφιακό εγχειρημα που αποσκοπεί στη διασύνδεση της Ινδίας με την ευρωπαϊκή ήπειρο, με την Ελλάδα να αποτελεί τη φυσική ανατολική πύλη εισόδου στην Ευρώπη και τη Γαλλία έναν από τους βασικούς δυτικοευρωπαϊκούς πυλώνες.
Η στρατηγική σύμπραξη των τριών αυτών κρατών στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας αιχμής παρέχει την απαραίτητη ομπρέλα ασφάλειας, σταθερότητας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης που απαιτείται για την απρόσκοπτη λειτουργία και την προστασία των κρίσιμων αυτών θαλάσσιων, χερσαίων και ψηφιακών υποδομών. Με αυτόν τον τρόπο, η στρατιωτική συνεργασία για το μαχητικό 6ης γενιάς εμπεδώνει τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική του IMEC, μετατρέποντας τον οικονομικό διάδρομο σε έναν ολοκληρωμένο άξονα στρατηγικής, εμπορικής και τεχνολογικής συνοχής από τον Ινδικό Ωκεανό έως την Ανατολική Μεσόγειο και τη Δυτική Ευρώπη.