Η Σύρος – η Σύρα, όπως τη λέμε οι ντόπιοι – δεν είναι απλώς ο τόπος καταγωγής μου. Είναι για εμένα υπαρξιακή αναφορά. Γι’ αυτό αισθανόμουν κάπως αμήχανα διότι, ενώ την αφουγκράζομαι όσα χρόνια ζω και ξέρω τι υπάρχει πίσω από την εικόνα της και τι «ρέει» κάτω από τους λιθόστρωτους δρόμους της, θα έπρεπε να μιλήσω γι’ αυτή με τον επίσημο θεσμικό της εκπρόσωπο, τον δήμαρχό της Αλέξη Αθανασίου.
Η πατρίδα μου όμως φέτος φοράει τα επίσημά της. Τις ρεντιγκότες και τις βελάδες της. Η Ερμούπολη γιορτάζει τα 200 χρόνια της ως πρωτεύουσα του νησιού. Μια επέτειος που υπήρξε μόνο η αφορμή γι’ αυτή τη συνέντευξη καθώς οι αιτίες, τον τελευταίο ειδικά χρόνο, ήταν πολλές και ποικίλες.
Βρεθήκαμε σε ένα παραθαλάσσιο εστιατόριο στον Φοίνικα, ψαροχώρι μια φορά κι έναν καιρό, που σήμερα έχει αλλάξει καθώς η παραλία του έχει γεμίσει με ταβέρνες, μπαρ και παμπ. Οπως άλλωστε έχει αλλάξει, χωρίς ωστόσο να έχει αλλοιωθεί, και η όψη στα περισσότερα σημεία του νησιού από τότε που μπήκε δυναμικά στον τουριστικό χάρτη.
Και ξεκινήσαμε την κουβέντα από την αφορμή αυτής της συνάντησης, τα 200 χρόνια της Ερμούπολης. «Η Ερμούπολη έγινε
πρωτεύουσα της Σύρου πριν η Αθήνα γίνει πρωτεύουσα της Ελλάδας», λέει ο δήμαρχος.
«Δεν είναι όμως μια παλιά πόλη. Η ηλικία της είναι όση και του νέου ελληνικού κράτους. Είναι δημιούργημα της ειρηνικής, ας πούμε, πλευράς της Επανάστασης του 1821, γι’ αυτό και η συνεισφορά της στον Αγώνα ήταν σε πλοία και χρήματα αφού ήταν το μοναδικό μέρος όπου λειτουργούσαν το εμπόριο και η βιομηχανία». Μου λέει για τους Μοσχονησιώτες από τη Μικρά Ασία που ήταν οι πρώτοι της κάτοικοι, ενώ αργότερα, μετά την καταστροφή της Χίου, δημιουργήθηκε εδώ η μεγαλύτερη παροικία προσφύγων που επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο ύστερα από την καταστροφή των Ψαρών και το ολοκαύτωμα της Κάσου.
Κατά μήκος του σημερινού λιμανιού της Ερμούπολης, στις αρχές του 19ου αιώνα υπήρχαν μόνο κάποιες ξεχαρβαλωμένες παράγκες. Οι ντόπιοι, καθολικοί κυρίως, έμεναν, από τον φόβο των πειρατών, στην Ανω Πόλη. Οι νεοφερμένοι Χιώτες, Ψαριανοί και Κασιώτες αρχικά πίστευαν ότι θα γυρίσουν στον τόπο τους, ότι δεν θα γινόταν η Σύρος η νέα τους πατρίδα. Οταν όμως άρχισαν να το συνειδητοποιούν και έβλεπαν ότι η πόλη μεγάλωνε με γρήγορους ρυθμούς, ζήτησαν, με επικεφαλής έναν χιώτη μεγαλέμπορα, τον Λουκά Ράλλη, να έχουν μια δική τους δημογεροντία, να μην ανήκουν στην Ανω Πόλη.
«Οταν λοιπόν έγινε αυτή η δημογεροντία, ο Ράλλης κάλεσε τους δημογέροντες στην εκκλησία της Μεταμόρφωσης για να ονοματοδοτήσουν την πόλη. Μέχρι τότε πρότειναν ονόματα όπως Κάτω Πόλη ή Νέα Σύρος. Επικράτησε όμως, διά βοής, το “Ερμούπολη” καθώς ήθελαν να συνδεθεί ο τόπος με τον θεό του εμπορίου και της επιχειρηματικότητας».
Τον ρωτάω ποιο είναι το ιδιαίτερο στοιχείο της Ερμούπολης, κάτι που εμείς οι Συριανοί το νιώθουμε αλλά είναι δύσκολο να περιγράψουμε σε έναν ξένο χωρίς να περιπέσουμε σε κοινοτοπίες και γραφικότητες. «Είναι το μεγαλύτερο και πιο συνεχές αστικό νεοκλασικό συγκρότημα που έχουμε στην πατρίδα μας. Και αυτό το αρχιτεκτονικό αριστούργημα, ένας πίνακας του Μπρακ στο μέσον του πελάγου, όπως την περιγράφει ο Καραγάτσης στη “Μεγάλη χίμαιρα”, κατάφερε να διατηρηθεί επί 200 χρόνια. Μόνο στην περίοδο της χούντας, όταν άρχισαν να
χτίζονται κάποιες πολυκατοικίες, κινδύνευσε,αλλά, ευτυχώς, τελικά διασώθηκε σχεδόν αλώβητη».
Επισημαίνει ωστόσο ότι το νησί κατοικείται από το 3000 π.Χ. και πολλά από τα κυκλαδικά ειδώλια που υπάρχουν στο Βρετανικό Μουσείο και σε άλλα μεγάλα μουσεία του κόσμου προέρχονται από τη νεκρόπολη της Χαλανδριανής και το Καστρί, στη βορειοανατολική πλευρά της Σύρου. Σε ανασκαφές έχουν βρεθεί, στην περιοχή της σημερινής Ερμούπολης, απομεινάρια μιας ρωμαϊκής πόλης, ενώ κατά τον Μεσαίωνα οι Ενετοί και οι Φράγκοι έχτισαν την καστροπολιτεία της Ανω Σύρου που στις αρχές του 19ου αιώνα είχε 4.000 κατοίκους.
Το «θαύμα» της Ερμούπολης όμως συντελέστηκε από τους πρόσφυγες της Χίου και των άλλων νησιών που έφεραν εδώ ό,τι μπόρεσαν να περισώσουν από την περιουσία τους, αλλά κυρίως τις γνώσεις τους για το εμπόριο, τη ναυτιλία, τη ναυπηγική, τη βυρσοδεψία. «Σε έναν ξένο λοιπόν θα τόνιζα ότι βρίσκεται σε έναν τόπο με πολλά επίπεδα ιστορίας και πολιτισμού».
Συνεχίζουμε να μιλάμε, με το καμάρι του ντόπιου, για τις πρωτιές της Σύρου. Εδώ λειτούργησε το πρώτο γυμνάσιο της ελεύθερης Ελλάδας, το πρώτο νοσοκομείο, το δεύτερο υποκατάστημα, έπειτα από αυτό της Αθήνας, της Εθνικής Τράπεζας, ανεγέρθηκε όχι μόνο το πρώτο στην Ελλάδα, αλλά και ένα από τα πρώτα στην Ευρώπη, μνημείο Αγνωστου Στρατιώτη, έγινε η πρώτη εργατική απεργία, η πρώτη κινηματογραφική προβολή, εδώ υπάρχει το θέατρο Απόλλων. «Η μεγαλοαστική τάξη που δημιούργησε αυτό το επιχειρηματικό θαύμα είχε αναζητήσεις ευρωπαϊκού τύπου.Ένα λυρικό θέατρο στη μέση του Αιγαίου είναι εντυπωσιακό παράδειγμα. Από την άλλη ακούγεται λογικό, αφού τον 19ο αιώνα ο προϋπολογισμός των τελωνείων και του λιμανιού της Σύρου κάλυπτε τα τρία τέταρτα του συνολικού προϋπολογισμού της χώρας.Από την ονοματοδοσία της Ερμούπολης το 1826 έως, περίπου, το 1870 καταγράφηκε μια ακμή που δεν νομίζω ότι έχει υπάρξει σε άλλη ευρωπαϊκή πόλη».
Βέβαια η Σύρος, τόπος βγαλμένος λες από μυθιστόρημα όπου η εξέλιξη δεν είναι ποτέ γραμμική, γνώρισε και περιόδους μεγάλης φτώχειας. Στον Μεσοπόλεμο, στη δεκαετία του 1950, στα χρόνια της Κατοχής. Τότε που, εκτός από την επίταξη της ούτως ή άλλως λιγοστής παραγωγής, υπήρξε και κάποιο γραφειοκρατικό πρόβλημα που στέρησε από τους Συριανούς τα συσσίτια. «Φανταστείτε ότι επί συνόλου 20.000 κατοίκων είχαμε 8.000 νεκρούς από ασιτία. Τότε η δημοτική Αρχή είχε απευθύνει στην κεντρική διοίκηση το μήνυμα “Αποστείλατε σίτον ή φέρετρα”», λέει ο δήμαρχος (κι εγώ θυμάμαι τη γιαγιά μου που μου διηγούνταν ότι στην Κατοχή μετέφεραν τους πεθαμένους πάνω σε πόρτες).
Η ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ο Αλέξης Αθανασίου συμμετέχει στον δήμο από το 2006, ως αντιδήμαρχος, πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, στην αντιπολίτευση για τέσσερα χρόνια. Μέσα σε αυτή την εικοσαετία ποια ήταν η πιο δύσκολη περίοδος; «Τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Χάσαμε σε προσωπικό, σε ανθρώπινους και χρηματικούς πόρους. Ευτυχώς στη Σύρο είχαμε μεριμνήσει και κάποιες υποδομές είχαν ήδη ολοκληρωθεί προ κρίσης. Η Ερμούπολη είχε αποχέτευση, το μεγάλο πρόβλημα της έλλειψης νερού είχε λυθεί με την αφαλάτωση. Σαφώς αυτές οι υποδομές χρειάζονται συνεχώς ανανεώσεις, ανακαινίσεις, αναβαθμίσεις, αλλά, για παράδειγμα, το πρόβλημα διαχείρισης των σκουπιδιών το είχαμε αντιμετωπίσει με τους χώρους υγειονομικής ταφής». Και όταν ανέλαβε τη δημαρχία του νησιού ποιο ήταν το μεγαλύτερο «αγκάθι»; «Οι αθλητικές εγκαταστάσεις.
Υπήρχαν δύο γυμναστήρια, του μπάσκετ και του βόλεϊ, κλειστά, που τώρα έχουμε τη χαρά να φτιάχνονται». Και η μεγαλύτερη πρόκληση; «Η μεταφορά στον δήμο 46 στρεμμάτων του στρατοπέδου της Ερμούπολης. Εκεί όπου θα μεταφερθούν οι εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου, που επί 20 χρόνια είναι διασκορπισμένες σε διάφορα κτίρια, και επίσης θα δημιουργηθεί και Πανεπιστημιούπολη για τη διαμονή των φοιτητών». Και το μεγαλύτερο πρόβλημα που εξακολουθεί να υφίσταται; «Το κυκλοφοριακό, που εμφανίζεται σε όλες τις μετρήσεις. Αλλά, κακά τα ψέματα, μιλάμε για μια δύσκολη πόλη του 19ου αιώνα, με μικρούς δρόμους, πλακόστρωτους, με κυβόλιθους. Το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν λύνεται.
Μόνο να αμβλυνθεί είναι εφικτό και κάνουμε προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση». Είναι, αλήθεια, δύσκολο να διατηρηθεί το τοπικό χρώμα, η ατμόσφαιρα της Ερμούπολης, και συγχρόνως να διευκολύνονται οι επισκέπτες; «Πάρα πολύ δύσκολο», παραδέχεται ο Αλέξης Αθανασίου. «Κάποια πλακόστρωτα τα αντικαταστήσαμε με νέα υλικά, αλλά εδώ δεν είναι εύκολο να φτιάξουμε αυτά που έχουν απομείνει.
Δεν βρίσκεις τους εργολάβους που θα κάνουν τέτοια λεπτοδουλειά. Ο,τι γίνεται, γίνεται χάρη στην αγάπη και τον σεβασμό όσων εμπλέκονται. Είτε είναι η δημοτική Αρχή είτε οι μηχανικοί που αναλαμβάνουν τις εργασίες. Και, γενικότερα, η αγάπη των κατοίκων για τον τόπο τους έχει περισώσει το νησί μας».
ΟΙ «ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΙ » ΝΗΣΙΩΤΕΣ
Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια παραφιλολογία που θέλει τους νησιώτες προνομιούχους ή ότι, τέλος πάντων, έχει αναβαθμιστεί η ζωή τους λόγω τουρισμού, ότι οι παροχές που προσφέρουν είναι ακριβές. Ως προς αυτό η θέση του δημάρχου είναι κάθετη. «Σε όποιον λέει αυτά, σε όποιον κάνει κριτική θεωρώντας ότι είναι άδικα τα μέτρα που παίρνει η πολιτεία υπέρ των νησιωτών, έχω να πω ας έρθει για έναν ολόκληρο χρόνο, και ευχαρίστως να τον φιλοξενήσω στο σπίτι μου, για να δει τι εστί νησιώτης.
Και όχι εδώ στη Σύρο, να πάμε σε ένα νησί πιο δύσκολο. Για να πάμε σε ένα μικρό νησί στις Δυτικές Κυκλάδες, στη Σέριφο ή στη Σίφνο. Να δούμε, θα του αρέσει; Θα καταλάβει γιατί ένα προϊόν που ξεκινάει από την Αθήνα φτάνει εδώ στην τριπλή τιμή; Κάποιοι νομίζουν ότι είμαστε πάμπλουτοι στα νησιά. Δεν είμαστε όμως».
Και για το φλέγον θέμα της εποχής, τον υπερτουρισμό, ποια είναι η γνώμη του; «Ως έννοια δεν τη δέχομαι. Προτιμώ τον όρο υπερκορεσμός, κάτι που, όντως, υπάρχει τα τελευταία χρόνια. Υπερτουρισμός τι σημαίνει; Οτι ένα “όπλο” της πατρίδας μας που αυξάνει το ΑΕΠ της χώρας, που φέρνει συνάλλαγμα στον τόπο, που ζει τόσος κόσμος απ’ αυτό, πρέπει να το οριοθετήσουμε, να πούμε “μην έρθετε τώρα εσείς, είμαστε πολλοί, δεν χωράμε”. Υπάρχει λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, ένας υπερκορεσμός τον Ιούλιο και τον Αύγουστο που δοκιμάζει τις αντοχές των υποδομών μας.
Δεν μπορείς όμως να κάνεις υποδομές για ολόκληρο τον χρόνο με βάση τους δύο αυτούς μήνες. Δεν γίνεται. Πρέπει να κάνεις υποδομές με βάση το δεκάμηνο και να φροντίσεις να αντέξεις τους δύσκολους μήνες».
Τον τελευταίο καιρό, ωστόσο, η Σύρος «έπαιξε» στην επικαιρότητα για έναν στενάχωρο λόγο. Οι συνεχόμενες και έντονες αντιδράσεις κάποιων στάθηκαν η αιτία να αφαιρεθεί το νησί από το δρομολόγιο του ισραηλινού κρουαζιερόπλοιου «Crown Iris». «Ξέρω ότι κάποιοι θα ενοχληθούν, αλλά θεωρώ ότι έγινε μεγάλος ντόρος για τα 100, 150 άτομα που διαμαρτύρονταν έντονα, κάτι που, βεβαίως, είναι απόλυτο δικαίωμά τους.
Εμένα όμως να με συγχωρέσετε, τις δύο φορές που προσέγγισε το κρουαζιερόπλοιο δεν είδα μαχητές, πολεμιστές και δολοφόνους του Νετανιάχου. Είδα ανθρώπους ηλικιωμένους, πολλούς με μπαστουνάκι ή πι. Δεν είναι ωραία η εικόνα μιας αστυνομοκρατούμενης Ερμούπολης. Εμείς έχουμε μάθει να συμβιώνουμε και να συνυπάρχουμε με τις αντιθέσεις. Διότι η ένταση και η εμμονή της μιας πλευράς προκαλούν αντίδραση στην άλλη και τότε η κατάσταση ξεφεύγει».
Η ώρα έχει περάσει, το μαγαζί φουλάρει, αν και βρισκόμαστε στις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου, άνθρωποι περνάνε και χαιρετάνε τον Αλέξη Αθανασίου, απευθυνόμενοι όχι στον δήμαρχο, αλλά σε έναν δικό τους άνθρωπο, αποδεικνύοντας ότι η δημοτική Αρχή είναι, διαχρονικά, ο πιο κοντινός στον πολίτη θεσμός. Κι εμείς συνεχίζουμε να μιλάμε για την πατρίδα μας. Αναφερόμαστε στην εικόνα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου που υπάρχει στην εκκλησία της Κοίμησης και έφεραν εδώ ψαριανοί πρόσφυγες, χωρίς να γνωρίζουν την αξία της υπογραφής της, αφού αυτή αποκαλύφθηκε κατά τη συντήρησή της, το 1983, από τον αρχαιολόγο Γιώργο Μαστορόπουλο.
Και καταλήγουμε πάλι στα «γενέθλια» της πόλης. Στο πώς «απλώθηκε» αυτή η επέτειος στα πολλά φεστιβάλ του νησιού που, απαριθμώντας τα, συνειδητοποιούμε ότι η αύρα του 19ου αιώνα «δροσίζει» ακόμη τα καλλιτεχνικά δρώμενά του. Δεν ξέρω άλλα νησιά του Αιγαίου με φεστιβάλ τζαζ, κιθάρας, εκκλησιαστικού οργάνου, κλασικής μουσικής αλλά και το περίφημο φεστιβάλ ρεμπέτικου εις μνήμην του Μάρκου Βαμβακάρη που φέτος κλείνει δέκα χρόνια και, στο πλαίσιο της επετείου, ολοκληρώνεται σήμερα με μια ανοιχτή δωρεάν συναυλία του Γιώργου Νταλάρα στην πλατεία του δημαρχείου.
Οπως και το διεθνές φεστιβάλ animation AnimaSyros που έχει φέτος ειδική ενότητα για τα 200 χρόνια της Ερμούπολης. Αν υπάρχει ένα μικρό παράπονο; Ίσως το ότι οι πολύ νέοι Συριανοί δεν γνωρίζουν καλά την ιστορία του τόπου τους. Μήπως να στήναμε ένα διαδικτυακό παιχνίδι με τους «θησαυρούς» της Σύρου;