Το syrostoday σε συνεργασία με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Δημήτρη Χάλαρη, σας παρουσιάζει ενδιαφέρουσες ιστορίες από τις ταβέρνες στη Σύρο σε χρονιές του κοντινού παρελθόντος.
ΠΑΜΕ ΝΑ ΠΙΟΥΜΕ
Με είχε απασχολήσει αυτό που έλεγαν οι παλιοί Συριανοί. «Πάμε να πιούμε ή πότε θα σε δω να πιούμε κανένα..!»
Η ρίζα της οινοποσίας και πρώτοι στην τάξη, ήταν ως φαίνεται οι Βυζαντινοί, αφού τις πιο πολλές ώρες της ημέρας τις περνούσαν στις ταβέρνες. Η Σύρα είχε πολλές ταβέρνες και πολλούς πελάτες. Θα γράψω όσες μπόρεσα να μάθω και να αιτιολογήσουμε ποιοι και γιατί έπιναν. Οι σατυρικοί στην αρχαιότητα μας λένε πως οι γυναίκες έπιναν περισσότερο κρασί και από τους άντρες. «Οινηρόν αγγείον» στη Σύρα, οι γυναίκες δεν έπιναν καθόλου. Αντίθετα οι άντρες έπιναν πολύ κρασί, ίσως και αυτό που αναλογούσε και στις γυναίκες στην αρχαιότητα.
Περπατούσα αμέριμνος και είδα ένα χαρτί μισοδιπλωμένο, το ‘πιασα, το ξεδίπλωσα και διάβασα με έκπληξη: ΚΡΑΣΟΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΙΘΑΝΑ ΡΕΚΟΡ ΤΟΥΣ
Σκέφτηκα πως πρέπει να αντιγράψω και να προσθέσω και πόσες ταβέρνες υπήρχαν στο νησί μας χωρίς να έχουμε υποχρέωση να λειτουργούν κοντά στα «τείχη». Στην αρχαιότητα το να αντέχει κανείς στο κρασί το θεωρούσαν σαν σπουδαίο προτέρημα. Ο λαός μας είναι δεμένος με το κρασί απ’ τους αρχαίους χρόνους. Στα αστικά νοικοκυριά μπορούσε να αγοραστεί χύμα από την κοντινή ταβέρνα, τόπο συνάντησης όσων – περιθωριακών κυρίως – έβρισκαν στο κρασί παρηγοριά από τα βάσανα μιας δύσκολης καθημερινότητας. Τα κρασιά της ταβέρνας τα έφτιαχνε συνήθως ο ιδιοκτήτης της, εμπειρικός και αυτός οινοποιός, όπως και ο αγρότης. Εν τούτοις το κρασί, είτε ως υλικό λατρείας, είτε ως βάση για φάρμακα, είτε ως ποτό που συνοδεύει το φαγητό, υπήρξε ανέκαθεν ένα στοιχείο του πολιτισμού με μια σπάνια ιδιαιτερότητα: Όσο καταναλώνεται με μέτρο καλλιεργεί επικοινωνία, το «φιλοσοφείν», στέλνει την ανθρώπινη ψυχή στα ουράνια. Όταν όμως ξεπεράσει κανείς το όριο, χάνει τον έλεγχο, οδηγείται σε αντικοινωνική συμπεριφορά, παρακμάζει. Φαίνεται πως οι νόμοι των Μασσαλιωτών Ελλήνων και Ρωμαίων, είχαν επιδράσει στις μεταγενέστερες τοπικές κοινωνίες και δεν έπιναν οι γυναίκες κρασί και στη Σύρο βέβαια, εκτός από ελάχιστες γυναίκες τύπου "Μπακαλάκενα"...
Η Σύρα είχε πολλές ταβέρνες, 60 περίπου, όλοι οι ιδιοκτήτες έχουν πεθάνει, ζει μόνο ογδονταπεντάχρονος Λιλής στην Άνω Σύρο. Ας γράψουμε λοιπόν αυτά τα μαγαζιά. Άλλα με το επίθετό τους και άλλα με το παρατσούκλι τους, που ήτανε και ο τίτλος της επιχείρησης.
ΑΝΩ ΣΥΡΟΣ
Ξανθομάλης, Φάκαρης, Στεφανής, Μπατίκος, Παντή, Δαλέζιος, Νέμετ, ο πατέρας του Λιλή Δημήτρης Ρούσσος ή Λίμπρος, Ζαχαρίας, Μαραγκός, Σωτήρης, Φανάρας, Βέλης. Στο Βαποράκι είχε δύο (2) μαγαζιά, ο Νικολός και ο Λιλής 1948-1949. Είχε και μικρομάγαζα για Σαββατοκύριακα.
ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ
Στους πρόποδες της Άνω Σύρου, στα πρώτα σκαλιά ανεβαίνοντας από την άσφαλτο, ήτανε ο Παντελής. Παράπλευρα στη χωμάτινη αλάνα το Πετράκι. Κοντά στο ναό των Ταξιαρχών ο Μανώλης. Στη Νεάπολη ήτανε ο Μπελούς, το Μεθυσμένο Φεγγάρι. Στον Αξό ήτανε ο Μαθιός και ο Κοπανάκης. Στη πλατεία ηρώων ήτανε ο Μαθιός. Το μεσημέρι πολλοί εργάτες των εργοστασίων έτρωγαν εκεί. Στα πευκάκια ήτανε ο Μερεμέτης ο Ηλίqς. Στη περιοχή ΛΙΝΤΟ ήτανε ο τράγος, ο Μηνάς ο Βουτσάς. Στον Άγιο Γεώργιο ο Παπαβασιλείου. Μέσα στη πόλη ο Κριτσίνης, ο Πολίτης, το Αντωνάκι, ο Βdτής, ο Κόμπος, ο Ζαράνης, ο Δαμίγος, ο Νικόλας, ο Χαρίλαος, ταβέρνα η μεγάλη , ο Μπούρδου Μπούρδου, ο Δεσύπρης, ο Γαράς, ο Λευτέρης ή βρωμόλιμνη, ο Βήχος, ο Πασχάλης, ο Γαβρίλης, ο Λειβαδάρας, ο Κωβαίος, ο Δαλέζιος, το Δέκα (10) ο Λουλούδης, ο Σταυρόπουλος, ο Γουρνοβαγγέλας, ο Γουλανδρής, ο Γιάννης Μαραγκός, ο Λεωνίδας Ζαρμπόνης και Ιωάννης Ζαρμπόνης, ο Ευτύχιος, Βαρβέρης, Μπατίστας, ο Ψειριάρας.
ΒΡΟΝΤΑΔΟ
Ο Νικήτας, ο Κοκολιάς, η Γριά, ο Πούσανος, ο Ντεμπέλης Βαλέντας, Σωκράτης, η Σπηλιά. Επίσης έχουμε και το Τζιεράκι, Μαυρικάκης, Βασάλας, ο Γαδ, ο Μπαλμούτσος, Μπάϊλας στο Καρνάγιο, ο Μανίκας στην οδό Ερμού, ο Τοψής. Υπήρχαν και ουζερί και άλλες ταβέρνες. Όταν τα καΐκια έφερναν μούστο, αν περνούσες απ' το λιμάνι, μεθούσες από τις αναθυμιάσεις. Είχαμε και κουτουκάκια όπως το Τουρκάκι, του Θοδωρή στο Πισκοπιό κ.α.
Στις ταβέρνες της Ερμούπολης, της Άνω Σύρου, αλλά και των χωριών, δεν πήγαιναν μόνο οι άνθρωποι της τότε χαμηλής κοινωνίας, αλλά και αρκετοί γλεντζέδες της αστικής τάξης που στον τόπο συνάντησης - ταβέρνα, κουτούκια - εκεί η διαφορά γινόταν μεγαλύτερη.
Οι φτωχοί πήγαιναν στις ταβέρνες να πιουν όσα κρασοπότηρα μπορούσαν για να ξεχάσουν τα βάσανά τους και τα καθημερινά αδιέξοδα που αντιμετώπιζαν.
Οι πλούσιοι πήγαιναν στις ταβέρνες για να πιουν με μέτρο στην αρχή, επειδή η ποσότητα η μικρή του κρασιού καλλιεργεί την επικοινωνία, το "φιλοσοφείν", στέλνει την ανθρώπινη ψυχή στα ουράνια. Κερνούσαν όλους όσοι έπιναν και άρχιζαν την συζήτηση. Οι εργάτες - σχεδόν όλοι ήταν άνθρωποι πνευματώδεις - θα έλεγα χαρισματικοί. Χρησιμοποιούσαν δικό τους λεξιλόγιο αφού γράμματα δεν γνώριζαν. Επικοινωνούσαν μεταξύ τους χωρίς ο ένας να ρωτήσει τον άλλον αν θέλει να μιλήσει. Όλοι μιλούσαν, όλοι απαντούσαν… Οι πλούσιοι τους παρακολουθούσαν και γελούσαν ακατάπαυστα, αλλά διδασκόντουσαν και πολλά…
Ας γράψουμε μερικά απ' τα πολλά που έχουμε ακούσει απ' τους μεγαλύτερους που τώρα ζουν σε κόσμους άγνωστους, αλλά έχουμε την βεβαιότητα πως και εκεί θα πίνουν και θα μιλούν.
Μπαίνει στην ταβέρνα ο λαχειοπώλης ο Σπύρος.
- Πελάτης της ταβέρνας του λέει, «σε τι λήγει;»
- Σπύρος «στο τρίο, εσύ τι έχεις;»
- Πελάτης «Δεν έχω»
- Σπύρος «πίσω Ιούδα (πίσω μου σ' έχω σατανά)»
Ο Σπύρος είδε πως δουλειά δεν γίνεται, βάζει πορεία προς την πόρτα της ταβέρνας.
- Άλλος πελάτης "κόφτα πίσω" του φώναξε... (δηλαδή γύρισε πίσω), ο Σπύρος πίστεψε πως θα πουλήσει λαχεία…
- «Τι θέλεις;»
- Εργάτης, «πιάσε μου την "καυλίστρα" (την καρύδα)», ο Σπύρος ξεκινάει να φύγει.
- Άλλος εργάτης, «έλα Σπύρο εδώ». Η παρέα ήταν μικτή, φτωχοί και πλούσιοι.
- Σπύρος, «πόσα λαχεία θέλεις;»
- «Δεν θέλω».
- «Τότε γιατί μου φώναξες;»
- «Να, να σου δώσει ένα τσιγάρο το αφεντικό και να μου το δώσεις.»
- «Ο Σπύρος παίρνει ένα τσιγάρο από τον πλούσιο και το πηγαίνει. Πάρτο...»
- Πελάτης, «Σπύρο»
- «Τι;»
- «Δεν μου το ανάβεις γιατί βαριέμαι να πιάσω τα σπίρτα;»
- Σπύρος, «τέτοιος πούστης που είσαι πώς να σού 'ρθει κοντά σου τύχη; Κακομοίρης ήσουνα, κακομοίρης θα μείνεις...»
- Άλλος πελάτης λέει στο Σπύρο. «Αφού εσύ δεν είσαι κακομοίρης απ' όσα είπες δεν μας δίνεις το μπόλι να καθαρίσουμε;»
- Σπύρος, «επειδή δεν έχετε καθόλου μέταλλο γιατί ήσαστε σκέτη σκουριά, πίνετε όσο μπορείτε τουλάχιστο να ξεχάσετε τι ήσαστε...»
Όλοι σήκωσαν τα ποτήρια τους και είπανε εις υγεία, να ζήσει η αμνησία… ευτυχισμένοι όσοι την έχουνε.
- Σπύρος, «και να μην ακούτε, καλό θα σας κάνει... και να μη βλέπετε, ακόμη καλύτερα… πίνετε να νερουλιάσει το μυαλό σας, να πιείτε ζουμάκι και να κοιμηθείτε αφού και τον αέρα που αναπνέετε τον μολύνετε και βγάζετε μπόχα, βρώμα από πάνω, βρώμα από κάτω, βρώμα και από μέσα σας…»
- «Σπύρο, αυτά που λέμε εμείς, στέλνουμε μηνύματα στο Θεό και στους ανθρώπους. Εσύ φωνάζεις μέρα νύχτα μπας και λάχει κάτι. Σ' αυτήν τη ζωή δεν λαχένει, την βρίσκεις και μεις εδώ την βρίσκουμε.»
ΕΡΓΑΤΕΣ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΥΣ
Ο Μαστροπαύλος Σίρκοβιτς μας αφηγείται την ικανότητα και την σβελτάδα των εργατών της εποχής εκείνης.
Όλοι οι εργάτες έπιαναν νωρίς δουλειά και σχόλαγαν αργά. Δούλευαν πολλές ώρες. Εκτός από τα εργοστάσια, τα διάφορα εργαστήρια, τα μαγαζιά, που απασχολούσαν εργατοτεχνικό προσωπικό, είχαμε εργάτες που μεταφέρανε εμπορεύματα, έπιπλα, μηχανές, βαρέλια με λάδι, τσουβάλια με αλεύρι και ότι χρειαζότανε τότε να το μεταφέρουν.
Τα όσα σου είπα τα μεταφέρνανε την ημέρα. Υπήρχανε όμως εργάτες που κάνανε πιάτσα στην αγορά και δούλευαν και την νύχτα.
- Τι μεταφέρανε την νύχτα;
Θα σου πω. Τότε πίνανε πολύ κρασί. Όλη η Ερμούπολη ήταν γεμάτη ταβέρνες. Είχε πολλούς εργάτες που μόνο έπιναν, δύσκολα έτρωγαν. Τα λεφτά για το φαΐ τα έδιναν στα μεταφορικά. Οι περισσότεροι εργάτες της νύχτας, μεταφέρνανε μεθυσμένους. Από την Ερμούπολη στο Βροντάδο η ταρίφα ήτανε δύο (2) δραχμές.
Όταν μεθούσαν πολύ οι πελάτες, το προσωπικό της ταβέρνας φώναζε τους εργάτες για να τους πάρουν. Έβαζε ο εργάτης την χαμαλίκα στην πλάτη, τοποθετούσαν ανάσκελα τον μεθυσμένο, τον έδεναν πλάτη-πλάτη και σε είκοσι λεπτά το εμπόρευμα στη θέση του. Η ομορφιά ήτανε στο δρόμο. Έβλεπες δυο πόδια να περπατούν και δύο να κρέμονται. Αυτό το θέαμα ήτανε πιο απολαυστικό μετά τις δέκα το βράδυ γιατί είχανε σουρώσει οι περισσότεροι και πολλές φορές περιμένανε το μεταφορικό μέσο έξω απ' τις ταβέρνες.
Οι εργάτες έβγαζαν μεροκάματο καλό. Υπήρχε για τους παρατηρητικούς το εξής θέαμα. Όλοι οι εργάτες ήτανε ξυπόλητοι όταν περπατούσαν, για να βυζακώνουν οι πατούσες τους για να μη παθαίνουν ζημιά. Οι μεθυσμένοι, άλλοι ήτανε παπουτσομένοι και άλλοι ξυπόλητοι. Απόλαυση να τους βλέπεις. Οι εργάτες μαθαίνανε πολλά μυστικά από τα παραμιλητά των μεθυσμένων.
Είχαμε και τους γερούς εργάτες που μεταφέρνανε τσουβάλια στους φούρνους. Το τσουβάλι είχε βάρος εκατό (100) οκάδες, το λέγανε της "ρήγας". Από το λιμάνι έως την Άνω Σύρο το 'κανε σε τρία τέταρτα με δύο στάσεις, μια κοντά στο σπίτι του Κουλουμπή και η άλλη στο φούρνο.

ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΦΩΣΤΕΡΗ
Δεξιά, Αλέκος Σκοπελίτης ή τσιμπλιαράκι. Στη μέση Φουστέρης, καταστηματάρχης. Κάτω, ο «Μανώλας», αριστερά επίσημοι πελάτες

Αυτό είναι το μέλλον σας παιδιά μου, δείχνουν τη ρετσίνα... Ήθελαν να τους προστατέψουν από το ουίσκι και την ηρωίνη. Και να σκεφτείτε ότι τα 'λεγαν πριν 50 χρόνια.
Δεξιά, ο μουγκός ο Βίκτωρας Βόικος, στη μέση με το μπουκάλι ο Γάσπαρης.
ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΜΕ ΤΟΝ Κ. ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΗ
«Ο πατσάς απόκτησε πάχος...»
Η ταβέρνα του Φωστέρη του Πασχάλη είχε φήμη μεγάλη - γιατί; Έτρωγε φθηνά η φτωχολογιά και ο καταστηματάρχης ήτανε άνθρωπος καλοκάγαθος και πολύ ανεκτικός. Οι πελάτες του ήτανε στο σύνολό τους εργάτες λιμένος κυρίως, αλλά και θεληματάρηδες βιοτέχνες στιλβωτές και της "καλής τάξης" πελάτες πήγαιναν για να απολαύσουν τις συζητήσεις των ακαδημαϊκών.
Την εποχή εκείνη ο πατσάς ψευτοκαθαριζότανε. Η εργατιά έτρωγε, χόρταινε με λίγα χρήματα. Το μαγαζί είχε βγάλει "καλό" όνομα για τη "γλίτζα του". Σφουγγάρισμα και σκούπισμα γινόταν πού και πού. Με τη σπάτουλα πολλές φορές το χειμώνα ιδίως, έξυναν το πάτωμα για να φύγει η "μπεσαμέλ"...
Μια μέρα για να πειράξουν τον καλοκάγαθο Πασχάλη -στο κόλπο μερικοί αρτεργάτες- αρπάξανε ένα κομμάτι λινάτσα απ' το φούρνο που έβαζαν τα ψωμιά και την βάλανε στο μεγάλο καζάνι που έβραζε ο πατσάς. Ο Πασχάλης ήξερε τι ώρα έβραζε ο πατσάς και με την μεγάλη πιρούνα με τα δύο δόντια, έπιανε πότε κοιλιές, πότε ποδάρια, είχε στο πάγκο μαχαίρι τροχισμένο και έκοβε τον πατσά με ιδιαίτερο ταλέντο - ψιλοκομένο και κοντόποντο. Έριχνε τα κομάτια στο ζουμί που έβραζε και έπιανε άλλο κομάτι. Αυτή τη φορά βγάζει έξω τη λινάτσα. Κατάλαβε αμέσως τι του σκάρωσαν. Σκέφθηκε επιστημονικά, πως η λινάτσα είχε απορροφήσει θρεπτικές ουσίες και δεύτερο εμπορικά, αν την πετούσε, θα είχε χασούρα όλο το ζουμί που τράβηξε η λινάτσα. Τι έκανε; Κόβει και τη λινάτσα όπως τον πατσά ψιλά κοματάκια και ρίχνει στο καζάνι...
Όταν τον ρωτούσαν οι πελάτες τι είναι αυτό το πράγμα, ο Πασχάλης ατάραχος έλεγε: «Πως είναι ένα ξεχωριστό μέρος του στομαχιού του ζώου που μόνο αυτός το γνωρίζει, γι' αυτό ο πατσάς έχει πάχος...»
Έμεινε στην ιστορία ως ο καλύτερος πατσάς της πόλης.
Κρυφά τον ρώτησαν: «Εσύ μόνο σου την έριξες τη λινάτσα;»
Πασχάλης: «Όχι, ότι μου φέρνετε παίρνετε...»
Ο Μπάρμπα Λευτέρης - Εργάτης λιμένος. Κρασοπότηρο φημισμένο
Ο Λευτέρης Κανακάρης απ' το Βροντάδο, απ' τα μικράτα του τό 'πινε και πολλές φορές το έπινε το ευλογημένο, κρασάκι.
Οι δικοί του σκέφτηκαν να τον παντρέψουνε. Ίσως κόψει αυτή τη συνήθεια. Ήταν ψηλός, λιγνός, είχε και καλή δουλειά. Εργάτης λιμένος. Έβγαινε άνετα το ψωμί της οικογένειας. Έγινε το προξενιό με την μεγάλη νοικοκυρά του Βροντάδου, την κυρά Μαρία. Στην αρχή δεν τον ήθελε, αλλά όταν έπεσαν οι "πενεύτρες" άλλαξε γνώμη. Μέσα στα πενέματα της είπανε πως μοιάζει του γιατρού του Πέτρου, τί Πέτρου, τί Λευτέρης, το παν είναι να του μοιάζει... Καλοπροικισμένος και ο Λευτέρης. Μπαούλα τα ρούχα της δουλειάς και του περίπατου και της ταβέρνας. Μέσα στα προικιά η μεγάλη εικόνα του Αγίου Ελευθερίου και η αδελφή του, που όταν ξεψυχούσε την πήρανε φωτογραφία ασπρόμαυρη - πιο πολύ μαύρη όπως ήτανε εκείνη την ώρα - για να την βάλουνε στο τάφο.
Το μυστήριο τελέστηκε και ακολούθησε γλέντι πλούσιο. Το κρασί κυλούσε και μέσα στις φλέβες και απ' έξω. Σε λίγο καιρό αποκτήσανε και κόρη, όμορφη ψηλή, εκφραστική, απονήρευτη. Η μάνα στη δουλειά, στη ζωή της, δεν ξεκουράστη καν ούτε τα κόκαλά της, ούτε το κρέας της. Η παλιά συνήθεια του Λευτέρη δεν κόπηκε. Κατέβαινε το πρωί στο λιμάνι και άφηνε άλλον στο ποδαρικό, αυτός που δούλευε για σένα του έδινε το μισό μεροκάματο και κρατούσε το άλλο μισό. Έπαιρνε το μισό μεροκάματο και την άραζε στην ταβέρνα "ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ", είχε η ταβέρνα τρία τσουβάλια "φασόλες" κατανάλωση κάθε μέρα. Το βράδυ γύριζε στο σπίτι πάντα με τρικυμία ο μπάρμπα Λευτέρης. Η μάνα κουρασμένη κοιμότανε νωρίς. Τον περίμενε όμως η κόρη και ο γάτος ο Αφεντούλης που κοιμόταν στο κρεβάτι του και όταν άκουγε βήματα κατέβαινε, πήγαινε στη πόρτα και νιαούριζε.
Ερχόταν ο αφέντης. Είχε ένα μπουκάλι ρετσίνα στην τσέπη του σακακιού όρθιο για να το πιεί στο σπίτι και μετά να κοιμηθεί. Η κόρη περίμενε καρτερικά και την τελευταία γουλιά για να πάει να κοιμηθεί. Ένα βράδυ ετοιμαζόμαστε για ύπνο, η ώρα ήτανε δώδεκα - νύχτα - μας τα αφηγείται η κόρη… Χτυπάει η πόρτα.
- «Ποιος είναι; Χωροφύλακας είσαι ή πολίτης;»
- «Εγώ ο Γιάννης, θέλω να σου πω...»
- «Να δεις που θα θέλει αύριο να πάει στο ποδαρικό μου, είπε στη κόρη». Χωρίς καθυστέρηση δίνει εντολή ξεμέθυστου.
- «Εσύ πήγαινε πάνω (στο πάνω δωμάτιο)». Ανοίγει το παραπόρτι και βλέπει νεαρό όμορφο, όμως μεθυσμένο και κρατούσε μια μπουκάλα κρασί "χιλιάρα" (μια οκά).
- «Πέρασε μέσα, κάτσε».
- «Ποιος σ' έστειλε στο φτωχικό μου τέτοια ώρα;»
Κάνει μια κίνηση να σηκώσει μια στάλα το φυτίλι της λάμπας και να φέξει και κάτω απ' το κεφάλι του επισκέπτη για να τον δει πιο καλά. Του 'πεσε ο μαύρος "σάκος" που πάντα φορούσε να προφυλάει την πλάτη του απ' τα "ρέματα". Ο επισκέπτης βρήκε την ευκαιρία να τον βοηθήσει και να του πει.
- «Σού 'φερα λίγο κρασί και ήρθα να σου πω, πως θέλω την κόρη σου γιατί την αγαπώ.»
Ο μπάρμπα Λευτέρης ξεμέθυσε με μιας.
- «Τι λες βρε παιδί μου, μεθυσμένος εγώ, μεθυσμένος εσύ, θα μιλήσουμε για γάμο; Πού είναι ο πατέρας σου; ''Το λοιπόν" αύριο το μεσημέρι έλα μαζί με τον πατέρα σου να συζητήσουμε σοβαρά στη ταβέρνα ''ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ" χωρίς μεγάλα λόγια...»
Η ταβέρνα για το μπάρμπα Λευτέρη ήταν σα να λέμε έλα στο γραφείο μου...
- «Ε, ήπια και 'γω ένα ποτηράκι για να πάρω κουράγιο, σού 'φερα και μια μπουκάλα κρασί και να σου τα πω. Μεθυσμένοι δεν συζητούν σοβαρά. Δεν έχεις ακούσει τους γραμματιζούμενους που λένε ότι ο τρελός φοβήθηκε τον μεθυσμένο; Εγώ ξέρω απ' αυτά... Αύριο με τον πατέρα σου...»
Την επομένη ο μπάρμπα Λευτέρης κατέβηκε στην αγορά αλλά στην ταβέρνα δεν μπήκε. Περίμενε απέναντι στο μαγαζί του Κοκκίνα να 'δει θα 'ρθουν γαμπρός και συμπέθερος; Δεν είχε βάλει ούτε μια γουλιά στο στόμα του. Ώρα δώδεκα "νταν", πατέρας και γιός στη ταβέρνα. Μπαίνει και ο μπάρμπα Λευτέρης. Κεράσματα, γνωριμίες κατέληξαν όμως σε αδιέξοδο... Παίρνει το δρόμο του γυρισμού αυτή τη φορά νωρίς και όχι πολύ πιωμένος.
- «Ακούς εκεί να μου ζητήσει την κόρη μου μεθυσμένος;»
Ο αφεντούλης νιαούριζε δυνατά.
- «Και συ δεν συμφωνείς μαζί μου; Μαρία τ' άκουσες, ένας μεθυσμένος ζήτησε τη κόρη μου. Χάλασε ο κόσμος...Λίγες μέρες πριν απ' τη γιορτή του Αγίου Ελευθερίου», είπε στην κυρά Μαρία.
- «Λέω να δεχτούμε στη γιορτή μου».
- «Φαγιά, γλυκά, πιοτά, που θα τα βρούμε;»
- «Να, θα σφάξουμε μια κότα -αλανιάρα- θα την κάνουμε ζουμί. Μετά θα την γυρίσουμε κοκκινιστή με πατάτες. Φτάνει για μεζέ, οι φίλοι μου δεν τρώνε, μόνο πίνουνε.»
- «Αφού το θέλεις γιατί να σου χαλάσω το χατίρι;»
Το σπίτι έλαμπε από καθαριότητα, τα φαγιά μοσχοβολούσανε, περιμένανε τους επισκέπτες.
- «Δε μου λες για να ‘χουμε καλό ερώτημα, ποιοι θα 'ρθουνε;»
- «Οι φίλοι μου.»
- «Ποιοι;»
- «Να, ο Ψυράκης, ο Παταρόλος, ο Πούσανος.»
Χτυπάει η πόρτα, κόντευε να βγει απ' την κάσα, πριν ανοίξει το παράντι για να μπούνε οι επισκέπτες, το μισοπόρτι κτύπησε στον τοίχο και ο Ψυράκης έκανε βουτιά και χώθηκε κάτω απ' το διπλό κρεβάτι που το στόλιζε και η πατανία στο "ντουβάρι". Οι άλλοι μπήκανε με την πάντα αργοσέρνοντας τα πόδια τους απ' το μεθύσι.
Ο αφεντούλης αγρίεψε και μ' ένα σάλτο ανέβηκε απ' την "κλαβανή".
- «Δεν μου λέτε ρε παιδιά, πως χώθηκε αυτός κάτω απ' το κρεβάτι;»
- «Το πράμα τον έκανε έτσι...»
Η κυρά Μαρία και η Ελενίτσα τραβούσανε τον Ψυράκη να βγει αλλά ήτανε δύσκολο. Είχε σφηνωθεί και το στρώμα φαινόταν φουσκωμένο. Λύση, να ξεστρώσουμε το κρεβάτι να βγάλουμε και τις σανίδες για να τον σηκώσουμε. Η δουλειά τελείωσε γρήγορα και ο Ψυράκης μισοστεκότανε όρθιος.
- «Τι έπαθες εσύ μωρέ; του λέει ο μπάρμπα Λευτέρης.»
- «Παταρόλος: Θα πείρε πολύ "πράμα".»
- «Πούσανος: Πριν λίγη ώρα τον μαζέψαμε.»
- «Ψυράκης: Που βρίσκομαι στου Τεμπέλη ή στου Τσικολή;»
Δέκα πέντε οκάδες ρετσίνα απ' τη ταβέρνα του Μπιμπίτακα είχε η "ταμετζάνα" πριν μπουν. Γουλιά για δείγμα δεν άφησαν. Τα φαγιά πάγωσαν στα πιάτα κάνοντας στεφάνι το λίπος γύρω απ' τη κότα…
- «Τόσοι μεζέδες και ξεμείναμε από κρασί, του χρόνου να κάνεις καλύτερους υπολογισμούς και ξέρεις γιατί. Το Ψυράκι του χάλασε το κέφι το μαυράκι, αν ήταν στα καλά του θα είχαμε σκολάσει πιο γρήγορα...»
- «Μωρή κόρη έχω κακό προαίσθημα, δεν πας πιο κάτω μήπως έπεσε και χτύπησε; Δεν ξέρουμε και από ποιο "τσισέκι" θα φανεί. Πάρε μαζί σου και τον αφεντούλη, αυτός μυρίζει και θα τον βρει.»
Πριν στο γυμνάσιο φτάσουμε στα σκαλοπάτια πεσμένος μας άκουσε και ξύπνησε.
- «Που ήσουνα; Να έπεσα κάτω και κοιμήθηκα. Που ήσαστε και με αφήσατε μόνο;»
Μπαίνοντας στο σπίτι θυμήθηκε πως είχε πάρει ένα καρπούζι. Που είναι; που το 'βαλα. Τα σκαλάκια είχανε γεμίσει σπόρους και τσόφλια. Ο μπάρμπα Λευτέρης το θυμότανε ολόκληρο.
Τα χρόνια εκείνα που έλεγαν πάμε να πιούμε, όχι να φάμε γιατί δεν είχανε χρήματα. Τα χρόνια εκείνα που για τα θέματα τιμής δεν δίσταζαν και να σκοτώσουν τους ενόχους. Τα χρόνια εκείνα ξεμεθούσαν όταν οι γαμπροί ζητούσαν το χέρι για τις κόρες τους.


Ταβέρνα "Η ΜΕΓΑΛΗ" - 1950
Τρία τσουβάλια φασόλες την ημέρα είχε κατανάλωση. Διακρίνονται από αριστερά μπροστά στον μαρμάρινο πάγκο με τα ποτήρια, πίσω στη σειρά τα βαρέλια και πιο πάνω σφραγισμένα μπουκάλια "μόστρα". Ο μπάρμπα Λευτέρης, ο Θοδωρής ο Κουτάς, ο "κουράδας" (παρατσούκλι), ο άλλος είναι ο Μπακίρας ο Αντώνης, ο ζαχαροπλάστης απ' την Τήνο.

Παταρόλος - μια κοιλιά γεμάτη κρασί όπως έλεγε.

Πρώτος από αριστερά Ρούκας με το γραμμόφωνο κάτω απ' το τσίγκινο τραπέζι ανοιχτό. Οι δύο επόμενοι, ο Πούσανος και το Φωτάκι, όρθιος το Ψυράκι, ο Νικόλας, ο μπάρμπα Λευτέρης.

Ο Ευάγγελος Παύλου (ή ΓουρονοΒαγγέλας) και ο Θανάσης Τουλιάτος

Ο Ευάγγελος Γουρνοβαγγέλας ταΐζει τον μακαρίτη Ψαρουδάκη και δίπλα του ο τσαγκάρης ο Φοντάνης. Η ραδιόλα παίζει ασταμάτητα, ο χορός και οι κινήσεις σύρρυθμες ή αρρυθμες, χώνευαν τα μακαρόνια που είχανε μέσα στις τρύπες σπάγγους τσαγγαράδικους. Αυτήν τη συνταγή την τηρούσε ο Γιάννης ο Λεπτάκης αλλά ουδέποτε ενοχλήθηκε με το στομάχι του μακαρίτη Ψαρουδάκη
27-12-1967. Ο φόβος της εφταετίας δέσποζε σε όλη την Ελλάδα. Ο Ευάγγελος είχε συντάξει το Σύνταγμα και το τηρούσαν όλοι οι θαμώνες. Κρασί και γέλιο και αντίστροφα... γέλιο και κρασί.

Εδώ το τραπέζι έχει πλαστικό τραπεζομάντιλο, βραδιά γιορτινή. Κέφι, γέλιο, το αιώνιο πανίσχυρο σφυρί... το γέλιο, που τσακίζει τη μελαγχολία, το άγχος και τη κουραστική σκέψη του αύριο. Όλα τσάμπα.
Ταβέρνα ΕΟΚ Σύρου Ευάγγελου Γουρουνοβαγγέλα

Ο Ψαρουσάκης και ο Αντρέας Λαιμός, κρεοπώλης. Χορεύουν χασάπικο... Αλλού τα πόδια, αλλού τα χέρια, αλλού οι σκέψεις...
Άραγε ήξεραν πως αυτός ο χορός πήρε την ονομασία από τους χασάπηδες που το χόρευαν στη Μικρά Ασία;




Δημήτρης Χάλαρης
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας
Άρθρα του Δημήτρη Χάλαρη δημοσιεύονται και στο ιστολόγιο: dhalaris.wordpress.com