Η πλατεία Μιαούλη πάντα προκαλούσε και προκαλεί θαυμασμό σε κάθε επισκέπτη που έρχεται στο νησί μας. Κι αυτή η πλατεία, όπως όλες οι πλατείες του κόσμου έχει τη δικιά της ομορφιά και το δικό της όνομα. Έχει το δικό της μέγεθος και σχήμα, έχει τη δικιά της ιστορία. Δεν θα ισχυριστώ ότι είναι η πιο όμορφη και η πιο μεγάλη του κόσμου, μα όπως και να το πάρουμε και όμορφη είναι, και μεγάλη είναι, μα και αξιόλογη ιστορία έχει.
Μόλις άρχισαν να κτίζονται τα πρώτα σπίτια στην Ερμούπολη, σχηματίστηκαν και οι πρώτοι βαπτισμένοι δρόμοι που ακόμα έχουν το ίδιο όνομα, όπως του Απόλλωνα και Χαρίτων και άλλοι που τους έχουν αλλάξει λίγο ή πολλές φορές το όνομα, όπως είναι η «μεγάλη οδός» που κατέληγε στη μεγάλη πλατεία. Με το σχέδιο πόλης που εγκρίθηκε με το βασιλικό διάταγμα, η «μεγάλη οδός» άλλαξε όνομα, γίνεται Ερμού και η μεγάλη πλατεία παίρνει το όνομα Όθωνος, για να γίνει αργότερα Λεωτσάκου και μετά από καιρό Μιαούλη.
Αυτή είναι με λίγα λόγια η ιστορία του ονόματος της πλατείας που είναι το καμάρι της Σύρας. Το πώς φωτιζόταν, πότε στρώθηκε με πλάκες, αν γίνονταν λιμνοθάλασσα όταν έβρεχε, πότε γίνηκε η εξέδρα για την μουσική μπάντα, πότε πέρασε το πρώτο κομιτάτο δηλαδή τ' άρματα του Καρνάβαλου κι άλλα πολλά, είναι μια άλλη ιστορία. Εδώ, θα μας απασχολήσει η κοινωνική της ζωή.
Στις μέρες μας η πλατεία Μιαούλη έχει μια άτυπη, μια άχρωμη κοινωνικότητα. Περιορίζεται στις παρελάσεις της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου, στη συγκέντρωση των τριών επιταφίων την Μεγάλη Παρασκευή και σε μερικές εκλογικές συγκεντρώσεις. Κάποτε δεν ήτανε έτσι, ήταν κάτι άλλο. Τα τελευταία 20 χρόνια ερήμωσε...
Πρώτα η πλατεία Όθωνος ή Λεωτσάκου ή Μιαούλη, ήταν ένας χώρος ταξικού διαχωρισμού των κατοίκων της Ερμούπολης, Απάνω Σύρας και των περιχώρων. Η πλατεία χωρίζονταν νοητά σε τρεις (3) λουρίδες που αρχίνιζαν από τα δυτικά της και τελείωναν ανατολικά εκεί που είναι σήμερα κτισμένο το μέγαρο του Ο.Τ.Ε. Η μία λουρίδα ήτανε προς το μέρος του Δημαρχείου. Μετά ήταν η άλλη και η τρίτη ήταν νοτιότερα προς τη μεριά της μαρμάρινης εξέδρας. Προς την πλευρά της πρώτης, κάτω από το Δημαρχείο έως και κάτω από το σημερινό μέγαρο του Ο.Τ.Ε. μέχρι και στην πλευρά της τρίτης λουρίδας, δηλαδή, από το ανατολικό μέρος (Ο.Τ.Ε.) έως το άγαλμα του Μιαούλη, βρίσκονταν τα καφενεία και οι μπυραρίες της αριστοκρατίας. Στο υπόλοιπο της τρίτης λουρίδας στο νότιο και στο δυτικό τμήμα της πλατείας ήταν όλα σχεδόν τα κέντρα κατωτέρων κοινωνικών τάξεων.
Στο χώρο της πλατείας κάθε καλοκαιρινό και ηλιόλουστο χειμερινό απόγευμα και βράδυ, βολτάριζαν μια επάνω, μια κάτω, όλες οι κοινωνικές τάξεις των κατοίκων του νησιού, όχι όπως τύχαινε, μα με κανόνες που δεν παραβιάζονταν από κανέναν.
Στην πρώτη λουρίδα βολτάριζαν οι αριστοκράτες, οι βιομήχανοι, οι μεγάλοι ασφαλιστές και οι τραπεζίτες. Η μεσαία λουρίδα ήταν για δημοσίους υπαλλήλους και μικροεπιχειρηματίες. Στην τρίτη προς την εξέδρα την νοτιότερη, ήταν τα δουλικά, οι υπηρέτριες όπως έλεγαν τότε... Αργότερα τις έλεγαν οικιακές βοηθούς όπως και σήμερα. Επίσης βολτάριζαν εκεί και οι εργάτες.
Ταξικός διαχωρισμός γίνονταν και στα κέντρα ψυχαγωγίας. Αλλού η Α' Τάξη, αλλού η Β' Τάξη και αλλού η Γ' Τάξη.
Η πλατεία δεν ήτανε μόνο χώρος διαχωρισμού των κοινωνικών τάξεων. Ήτανε και ένας απέραντος χρηματιστηριακός χώρος. Στην πλατεία, εκεί που έκαναν τις βόλτες τους, έκλειναν οι επιχειρηματίες συμφωνίες εμπορικές, συμφωνίες για δάνεια, αγοροπωλησίες. Εκεί αποφάσιζαν το άνοιγμα ή το κλείσιμο κάποιου εργοστασίου, ή εμπορικής επιχείρησης.
Μετά από το κλείσιμο κάποιας οικονομικής δουλειάς, ακολουθούσε και μια θυσία στο ΒΑΚΧΟ που είχε το στέκι του εκεί στα γύρω μαγαζιά για επισφράγιση της συμφωνίας, η οποία θα έπαιρνε την οριστική μορφή την άλλη μέρα σε κάποιο εμπορικό γραφείο, ή σε συμβολαιογράφο, ή σε δικηγόρο, όπου γίνονταν και η ανταλλαγή υπογραφών.
Όσοι δεν βολτάριζαν κάθονταν γύρω στα τραπεζάκια που έστρωναν όσοι είχανε καταστήματα - κέντρα - κοντά και τα τραπέζια έπιαναν χώρο στην πλατεία σε σχήμα «Π». Τα καταστήματα με το προσωπικό έτοιμο να πάρουνε παραγγελίες, να φωνάζουν πριν μπούνε στο μαγαζί τα γκαρσόνια και να παίρνουν τους δίσκους γεμάτους από προηγούμενες παραγγελίες και έτσι σερβίριζαν όσους κάθονταν στις καρέκλες που προτιμούσαν, γιατί στην πλάτη της καρέκλας έγραφε και τον τίτλο του μαγαζιού. Όπως ΠΑΝΘΕΟΝ, ΜΑΥΡΟΣ, ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΟΥΤΣΗΣ κ.λ.π.
Σε αυτούς τους χώρους λειτουργούσαν τα κέντρα πληροφόρησης. Εκεί μάθαιναν οι συμπολίτες μας ποιοι απέκτησαν κέρατα και τι μήκος είχανε οι κερατοθήκες. Ποια συνοικέσια γίνηκαν ή χάλασαν. Ποιοι έμποροι πάνε για φαλιμέντο. Σε ποια λεύτερη ή παντρεμένη γίνεται το βράδυ καντάδα και από ποιους κάτω από τα παράθυρά τους... Βέβαια και άλλες πληροφορίες που προκαλούσαν το ενδιαφέρον του κοινού.
Άλλο κοινωνικό στοιχείο της πλατείας ήταν τα λεγόμενα ζευγαρώματα. Ήταν με δύο λόγια και νυφοπάζαρο. Όσοι καθόντουσαν απολάμβαναν το καφεδάκι τους, το ούζο, ή την μπύρα τους, οι καθώς πρέπει κύριοι και τους εδίδετο και η ευκαιρία και έκλειναν και συνοικέσια για τα παιδιά τους, όχι σπάνια έκρυβαν και οικονομικά κίνητρα.
Στην πλατεία φλερτάριζαν οι νεαροί τις νεαρές, εκεί γίνονταν και τα παράνομα ζευγαρώματα, από λεύτερες και παντρεμένες κι ας συνοδεύονταν πολλές φορές από τον αδελφό ή κάποια ηλικιωμένη που καμιά φορά δεν δίσταζε να παίξει και το ρόλο του μεσάζοντα.
Ένα χαμόγελο, λίγο κοίταγμα, ένα κλείσιμο ματιού, έφταναν για να αρχίσει το γράψιμο κάποιας ιστορίας αγάπης και να συνεγείρει οικογενειακές διαμάχες με καλό ή κακό τέλος...
Την εποχή εκείνη δεν μπορούσε να παντρευτεί ο αδελφός όταν είχε αδελφή ή αδελφές λεύτερες... Έπρεπε να περιμένει να αποκατασταθούν πρώτα η αδελφή ή οι αδελφές και μετά αυτός. Πολλές φορές έμεναν στο ράφι και οι γυναίκες και ο άνδρας. Η προίκα τότε ήταν πόσες χρυσές λίρες θα μετρηθούν στο συμβολαιογράφο.

Η πλατεία είχε και πολλές πρωτιές.
Εδώ γίνηκε η πρώτη φωτοχυσία με λαδοφάναρα και εδώ πραγματοποιήθηκε η πρώτη φωτοχυσία με βολταϊκά τόξα. Εδώ ακούστηκε η πρώτη μουσική μπάντα, εδώ έκανε την πρώτη προβολή ο κινηματογράφος της Σύρας. Εδώ "έδωκαν" τα πρώτα βραβεία στον Καρνάβαλο, εδώ ακούστηκε το πρώτο μεγάφωνο και το πρώτο πικ-απ της Σύρας. Εδώ κάπνισε δημόσια η πρώτη Συριανή γυναίκα. Εδώ σερβιρίστηκε το πρώτο παγωμένο νερό. Όλα εδώ...
Το εικοσιτετράωρο για την πλατεία Μιαούλη δεν είχε ούτε αρχή, ούτε τέλος. Πριν ξημερώσει καλά καλά κατέληγαν εδώ οι γλεντζέδες της νύχτας για να πιουν τα τελευταία ποτηράκια τους. Τους ακολουθούσαν μια μικρή μουσική μπάντα και έπαιζε γι' αυτούς τα σουξέ της εποχής. Σε λίγο έφταναν οι φουρνάρηδες να πιουν τον πρωινό καφέ, πριν αρχίσουν το φούρνισμα. Να κι η βαρέλα του νερουλά λίγο αργότερα που κουβαλούσε νερό πόσιμο που έπαιρναν τα μαγαζιά για καθημερινή χρήση. Ακολουθούν οι εργάτες που πηγαίνουν στις διάφορες δουλειές. Σε λίγο εμφανίζεται ο ήλιος ρίχνοντας τις ακτίνες του σ' όλη την πόλη. Στους γύρω δρόμους άρχιζε η κίνηση της καθημερινής ζωής. Περνούν μανάβηδες με τα γαϊδουράκια τους, τα κάρα φορτωμένα πραμάτειες, οι γυρολόγοι που ακατάπαυστα διαλαλούσαν τα εμπορεύματά τους. Στα καφενεία παίζουν τάβλι, ξερή, ή πρέφα οι συνταξιούχοι και οι ξένοι που ήρθαν για να ψωνίσουν ή για κάποια δίκη.
Τώρα έκλεισε ο κύκλος ζωής για ένα 24ωρο της πλατείας μας. Αυτά όλα για το καλοκαίρι, μα ο χειμώνας δεν διαφέρει πολύ παρά μόνο ότι δεν υπάρχουν τραπεζάκια και καρέκλες στην πλατεία. Τα τραπεζάκια τα έστρωναν μόνο στις ηλιόλουστες χειμωνιάτικες μέρες. Κάθε Κυριακή απόγευμα το καλοκαίρι και πρωί για τον χειμώνα είχαμε συναυλίες των φιλαρμονικών. Κάθε Πέμπτη μόνο το καλοκαίρι είχαμε τις νυχτερινές από 10 μ.μ. έως τα μεσάνυχτα.
Η πλατεία ήτανε γεμάτη ζωή που όλος ο κοινωνικός παλμός εκινείτο σ' αυτό το χώρο, όλο το εικοσιτετράωρο. Το ΠΑΝΘΕΟΝ το στέκι όλων των Συριανών και των ξένων. Έκλειναν ραντεβού από την Αμερική και μπαινόβγαινε ο κόσμος σαν μελίσσι...
Η πλατεία η χιλιοτραγουδισμένη και χιλιοπατημένη κατάντησε η σκιά της παλιάς. Είναι μια πλατεία τυλιγμένη στο μισοσκόταδο, με τα γύρω μαγαζιά άδεια από πελάτες. Ελάχιστοι περιπατητές σχεδόν αθόρυβοι. Αυτός ο ομφαλός του νησιού, το κύτταρο ζωής είναι η σκιά της παλιάς. Όπως λένε οι πάντα θυμόσοφοι Συριανοί κάθε βράδυ βγαίνει το φάντασμα, γι' αυτό δεν μένουν πια το βράδυ στην πλατεία.
Αυτό το κόσμημα της πόλης, μπροστά στα πόδια του "ΤΣΙΛΕΡ", οι άσχετοι, την πλατεία Μιαούλη την έκαναν κουζίνα. Δεν ακούγονται έβηχοι ήχοι από μπάντες -γιατί δεν υπάρχουν- δεν ακούγονται φωνές τραγουδιστών, δεν μπαινοβγαίνουν στα μαγαζιά άνθρωποι για να τους δεις να τους μιλήσεις να τους χαιρετήσεις, γιατί;
Με πόνο και λύπη που σκεπάζει και την ψυχή σου και την σκέψη σου πριν τα δάκρυα βρέξουν τα μάγουλά σου στέκεσαι για λίγο στην πλατεία και βλέπεις την λειτουργία του χθες. Εκεί στο μεσημέρι άρχιζαν τα γκαρσόνια κάτω απ' τις καμάρες και κουβαλούσαν τα ούζα. Μεσημεριανή διακοπή δεν υπήρχε, όταν ο ήλιος μπάτερνε προς τη Δύση, άρχιζαν το κατάβρεγμα στο γύρω της κεντρικής πλατείας χώρων ... Οι ταμπήδες καβουρντίζουν τον καφέ σε φουφούδες που έχουν έξω στα μαγαζιά τους. Τα γκαρσόνια κουβαλούν και αραδιάζουν επάνω σε μεγάλα ξύλινα τραπέζια αναρίθμητα πήλινα κουμάρια γεμάτα νερό για να κρυώσουν και βιαστικά τελειώνουν το στρώσιμο των τραπεζιών. Ξεσκονίζουν με μεγάλα φτερά τις καρέκλες ενώ αρχίζουν να φθάνουν οι πρώτοι πελάτες.
Ολόκληρες οικογένειες συγκεντρώνονται μέχρι τις 9 το βράδυ, όπου οι καμπάνες των εκκλησιών έδιναν το σύνθημα της αποχωρήσεως για το βραδινό φαγητό. Αυτή η αποχώρηση δεν κρατούσε πολύ, γιατί άφηναν τα μικρά παιδιά στο σπίτι ενώ οι μεγάλοι επέστρεφαν στην πλατεία.
Τα μεσάνυχτα άρχιζαν να κυκλοφορούν τα κουλούρια που τα διαλαλούσαν σαν γιουβρέκια. Να όμως και μπουγάτσα ζεστή, κατημέρια και σπανακόπιτες που έβγαζε ο Γούτης. Κατά τη μία το πρωί έφευγαν πια οι οικογενειάρχες με τις συμβίες τους. Έμεναν οι ξενύχτηδες που δεν ήταν λίγοι. Έμεναν επίσης και εκείνοι κλεισμένοι στα ιδιαίτερα που έπαιζαν τον τζόγο τους ...
Στις 2 τη νύχτα πιάνουν τα δρομολόγια οι φουρνάρηδες των φούρνων της περιοχής και αμέσως πήγαιναν στα γύρω καφενεία για τον πρώτο καφέ, ενώ ένα τσούρμο βαρκάρηδες και εργάτες του λιμανιού περνούν βιαστικοί να προλάβουν το βαπόρι που ερχότανε από τον Πειραιά.
Τώρα έχουν σειρά να εμφανιστούν οι γλεντόκοποι της νύχτας και οι επιβάτες που βγήκαν από το βαπόρι. Αφήνω τελευταίους τους παραδοσιακούς Λουκουματζήδες που πρατιγάρανε (πρατιγάρω: ελευθεροκοινωνώ) τα καράβια, διαλαλώντας τα Συριανά λουκούμια ή χαλβαδόπιτες μια παράδοση που διατηρείται μέχρι τις μέρες μας με τα λευκά καλάθια ντυμένα και βαμμένα με ύφασμα κατάλευκο. Και οι ίδιοι ντυμένοι στα λευκά.

Στις 23-4-1899 Γ.Σουρής
Επίγραμμα
Αγαπητοί μου Συριανοί και πρώτοι στο τεφτέρι
εκ φόβου μήπως νέος Χορβάτ σας βομβαρδίσει.
Εστήσατε στην νήσο σας της Ύδρας το ξεφτέρι
νά 'ναι φοβέρα αδιάκοπη σ' Ανατολή και Δύση.
Στις μέρες μας ο όγκος των περιπατητών και θαμώνων έχει μετακομίσει στην παραλία από την πλατεία Κανάρη έως την Πλάστιγγα και δυστυχώς πολλά μπαράκια και στέκια της νεολαίας έχουν προχωρήσει σε ύποπτες συναλλαγές, έχουν προσλάβει φουσκωτούς μπράβους και επιδίδονται σε ύποπτο εμπόριο νοθευμένου αλκοόλ, μαστροπείας με αλλοδαπές και ενίοτε με αλισβερίσι ναρκωτικών...
Γιατί λοιπόν ερήμωσε η πλατεία; Αμήχανα κοιτάζω γύρω μου και η σκέψη μου θέλει να ερευνήσει το γιατί...
Μήπως τα αυτοκίνητα που πηγαίνουν πιο εύκολα σήμερα οι άνθρωποι στα χωριά; Το καλοκαίρι ίσως, τον χειμώνα όμως γιατί; Το ποδοπάτι στην πλατεία δεν ήτανε έξοδος, ψυχαγωγία ήτανε και υγεία συνάμα. Μήπως επειδή άλλαξαν οι άνθρωποι συνήθειες και θέλουν να ζουν αλλιώς;
Ναι, αλλά όλοι σχεδόν νέοι και ηλικιωμένοι πηγαίνουν και στα καφενεία και σε ταβέρνες στην πλατεία και στα μαγαζιά γύρω από την πλατεία δεν πηγαίνουν, και μοιάζει σαν πηγάδι ξερό. Μου ήρθαν στη σκέψη μου εκείνοι που έχτισαν το Δημαρχείο και έφτιαξαν την πλατεία και έδωσαν ζωή και κίνηση, αν έβλεπαν αυτό το χάλι, τι θα έλεγαν σ' αυτούς που δημιούργησαν αυτή την κατάσταση;
Το Πάνθεον έγινε ένας χώρος που δεν πατάει ψυχή. Το νοίκιασαν για παιδική βιβλιοθήκη λες και κάθε σπίτι δεν έχει παιδικά βιβλία και βιομηχανικά προϊόντα... Τα ενοίκια πανάκριβα και αν κάποιος ευαίσθητος ήθελε να διατηρήσει τις παλιές λειτουργίες τις παραδοσιακές, δεν μπορεί. Τα έξοδα τον πνίγουν. Τα «χαρτονομίσματα» οι άσκεπτες απαιτήσεις των παραγόντων, έφεραν αυτά τα καταστρεπτικά αποτελέσματα.
Σήμερα σχεδόν όλα τα ακίνητα του Δήμου έχουν γίνει επαγγελματικοί χώροι (εννοώ τις κρατικές και Δημοτικές υπηρεσίες). Μου ήρθε να κάνω ένα ΤΕΣΤ όπως καθόμουν στο καναπεδάκι της πλατείας και έγραψα τα παραπάνω και νοερά άνοιξα διάλογο με τον εσωτερικό μου κόσμο που έγινε παραμιλητό. Μόνος ήμουνα παρέα με τα μάρμαρα, άνθρωποι και ανθρωποειδή δούλευαν στα "υψηλά" ...
Πως μπορείς να εξακριβώσεις την ψυχική υγεία των Διευθυντικών Στελεχών; Σύμφωνα με τον κ. Μπάμπιακ τα βασικά δείγματα ψυχοπάθειας στον επαγγελματικό χώρο είναι τα ακόλουθα: Ανειλικρίνεια, αλαζονεία, ραδιουργίες, έλλειψη ενοχής και μεταμέλειας... Σηκώθηκα, έριξα μια πικρή ματιά προς όλες τις κατευθύνσεις κόλλησαν δύο χοντρά δάκρυα απ' τα μάτια μου, ευχαρίστησα τον Θεό που με ευλόγησε και με προστάτευσε να μην έχω σχέση καμία με το τεστ που έχει πάρει επιδημικές διαστάσεις και έχουν καταστρέψει πόλεις ήθη, έθιμα, χωρίς ενοχές και μεταμέλεια.
Αργό το βήμα μου, νόμιζα πως γύρω στα καφενεία τα γκαρσόνια σερβίριζαν κρύο νερό απ' τα κουμάρια. Η μπάντα να παίζει εισαγωγές του Verdi. Οι νταβάδες φορτωμένοι κουλούρια και μπουγάτσες. Η γραφομηχανή του συμβολαιογράφου να γράφει τα συντροφοχάρτια και τα μπιλιετάκια να τα ρίχνουν με ιδιαίτερη προσοχή στις τσάντες των κοριτσιών τα αγόρια. Προχώρησα προς το λιμάνι και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά σαν να μου λεγε φύγε πιο γρήγορα, αυτοί δεν έχουν ενοχές μην κοιτάξει αυτούς άλλο. Το κακό που έκαναν στην Ερμούπολη τερμάτισε δυστυχώς ...
Φύγε μη μαρμαρώσεις μη μαρμαρώσεις ...
Η εφημερίδα 'Έρμούπολις" αρ. 172 14-1-1868 μεταξύ άλλων έγραφε: «Απεφασίσθη υπό του Δημοτικού Συμβουλίου να λιθοστρωθεί του ένδον της πλατείας Λεωτσάκου ... »
Για πλατεία έγραφε, όχι για κουζίνα που είναι δυστυχώς σήμερα. Τι κρίμα!!!



Παρέλαση των ανδρών της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών στην πλατεία Μιαούλη. Η ορκωμοσία των δοκίμων αξιωματικών γινόταν στην μαρμάρινη πλατεία Μιαούλη.
Τότε η παρέλαση άρχιζε από τον τότε φούρνο του Κουμαριανού προς τον σημερινό Ο.Τ.Ε.


Τα κουμάρια στα τραπέζια. Το προσωπικό με άσπρες ποδιές με κολαρισμένα πουκάμισα και γραβάτες. Έτοιμοι να εξυπηρετήσουν τους πελάτες.


Άφιξις επισήμων εις την πλατείαν την 10-6-1951
Από αριστερά Δήμαρχος Ε. Παπαδάμ, +Γρηγόριος Μαραγκός, Δ/ντής Νομαρχίας, Διοικητής Αγραφιώτης και Πάτροκλος Αλβανός.


Δημήτρης Χάλαρης
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας
Άρθρα του Δημήτρη Χάλαρη δημοσιεύονται και στο ιστολόγιο: dhalaris.wordpress.com