Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ ΣΤΑ ΚΥΜΑΤΑ
Δεν έμαθα ποτέ αν ο Αθανάσιος Διάκος είχε δει ποτέ θάλασσα, ή αν είχε ταξιδέψει, ή αν είχε ποτέ ταξιδέψει στη Σύρα και αν είχε καθίσει στο καφενείο "Κύματα" δίπλα στο ξενοδοχείο 'ΈΡΜΗΣ".
Εκείνο που θυμάμαι εγώ είναι το καφενείο "κύματα" που το πρόλαβα να λειτουργεί αυτά όμως που θα γράψω μου τα αφηγήθηκε παλιός Συριανός που κάθε μέρα και νύχτα το επισκεπτόταν.
Το καφενείο "ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ" είχε δύο προνόμια. Το ένα ήταν ένα κλειδί κρεμασμένο σε μια γωνιά σκουριασμένο από τον χρόνο και που κρεμάστηκε την ημέρα των εγκαινίων και ξεχάστηκε, για να ξεκρεμαστεί ύστερα από εβδομήντα περίπου χρόνια λειτουργίας του καφενείου όταν έκλεισε.
Το άλλο προνόμιο ήτανε ότι σε μια μεγάλη αυλή, εκεί προς τη θάλασσα, στήνανε κάθε καλοκαίρι ένα μπερτέ καραγκιόζη. Μερικά ονόματα καραγκιοζοπαιχτών όπως τον Ξάνθο, τον Χαρίδημο και άλλους.
Το ρεπερτόριο αποτελούσαν ο Κολοκοτρώνης, το Τρομερό θηρίο, ο Γάμος του Καραγκιόζη, ο Γάμος της Βοσκοπούλας, ο Μέγας Αλέξανδρος και το Φίδι και ο Αθανάσιος Διάκος.
Ένα καλοκαιρινό βράδυ, ο χώρος ήτανε φρακαρισμένος από θεατές κάθε ηλικίας που παρακολουθούσαν με μεγάλες κραυγές κάθε επιτυχία του Αθανασίου Διάκου. Αντίθετα τα μαντιλάκια μούσκευαν από τα δάκρυα σε κάθε αποτυχία του.
Το έργο το παρακολουθούσαν και συνάμα το ζούσαν ως αληθινό. Τελικά συλλαμβάνεται ο Διάκος απ' τους Τούρκους και αφού του περνούν την σούβλα, τον τοποθετούν πάνω στη φωτιά για να τον ψήσουν.
Αλλά ας αφήσουμε τη συνέχεια για αργότερα, ας κάνουμε μια παρένθεση και να πούμε δύο λόγια και για τον κινηματογράφο και για τον ανταγωνισμό με τον καραγκιόζη.
Από την εποχή που εμφανίστηκε ο κινηματογράφος, άρχισε ένας ακήρυχτος πόλεμος, με κύριους πολεμιστές τον Καραγκιόζη και τον κινηματογράφο. Π.χ. ο Καραγκιόζης μιλούσε, ενώ ο κινηματογράφος ήτανε βουβός. Ο Καραγκιόζης με τις χρωματιστές του ζελατίνες γινόταν έγχρωμος, ενώ ο κινηματογράφος παρέμενε σταχτόμαυρος. Είχανε όμως και μια κοινή αποτυχία. Δεν ήταν αρωματικοί. Π.χ. στις παραστάσεις δεν κυριαρχούσε το άρωμα που έπρεπε να δείχνει όπως όταν έδειχνε γαρούφαλα μυρίζουν γαρούφαλα. Έδειχνε μπριζόλες, αλλά δεν μύριζαν μπριζόλες. Ή ακόμα έδειχνε οχετό, αλλά δεν μύριζε όπως ο οχετός κ.λ.π.
Αυτό κράτησε μέχρι εκείνο το βράδυ που ο Καραγκιόζης πήρε τη νίκη, αφού γίνηκε αρωματικός, ενώ ο κινηματογράφος δεν το πέτυχε ακόμα. Και τώρα ας κλείσουμε την παρένθεση και ας μεταφερθούμε πάλι στον Μπερτέ Καραγκιόζη, στα "κύματα".
Μόλις η σούβλα με τον Αθ. Διάκο μπαίνει πάνω από τη φωτιά, γεμίζει ο χώρος της παράστασης πυκνό καπνό, ενώ παράλληλα άρχισε να γίνεται πολύ αισθητή η μυρωδιά του καμένου κρέατος. Ήτανε ένα έξυπνο σκηνικό εύρημα του Καραγκιοζοπαίχτη που δυστυχώς δεν γνωρίζουμε το όνομά του.
Η χάρτινη κούκλα του Αθ. Διάκου ήτανε πασαλειμμένη με κερί. Κάτω από τη σούβλα τοποθετήθηκε ένα φουρνάκι χωρίς να φαίνεται με αναμμένα κάρβουνα που έδωσε ο καταστηματάρχης εκείνος που είχε το καφενείο. Είχε ένα βοηθό ο καραγκιοζοπαίχτης ο οποίος έριχνε πάνω στα κάρβουνα κομματάκια κρέας, ενώ συγχρόνως έλειωνε και το κερί του Διάκου που έπεφτε σταγόνες - σταγόνες πάνω στη φωτιά και γέμισε όλος ο χώρος με την κάπνα.
Εκεί στα "κύματα", εκείνο το βράδυ του μαρτυρίου του ΑΘ. Διάκου, κλάψανε πικρά για τα παθήματα και ίσως σημειώθηκαν και μοχθηρίες ...
Εκείνο το βράδυ εκεί στα "κύματα" όμως νίκησε ο Καραγκιόζης γιατί γίνηκε αρωματικός και άφησε τον κινηματογράφο μέχρι σήμερα στις προσπάθειες του.
Ευτυχώς όμως για σκεφθείτε, αν ο κινηματογράφος γίνει αρωματικός και δείχνει ένα τριαντάφυλλο να μυρίζει.
Εκεί στα "κύματα", που δεν ξέρω αν είχε δει θάλασσα, σούβλισαν και έψησαν τον Διάκο. Εκεί στα "κύματα".
Ο Φωτόπουλος Ναυτίλος
Θυμάμαι τον Φωτόπουλο τον άριστο ηθοποιό στην Ερμούπολη στο καφενείο "Κύματα". Εκεί που γεννήθηκε ο αρωματικός Καραγκιόζης, εκεί που ψήσανε τον Αθ. Διάκο, εκεί που στηνόταν ο Μπερτές στην ακρογιαλιά στα τριμμένα λαλάρια, που τα κύματα τα άφηναν εκεί για να τα πατούν αυτοί που δροσιζόντουσαν στη θάλασσα.
Κανείς βέβαια δεν μπορεί να φανταστεί ότι ο Φωτόπουλος ξεκίνησε απ' την Αθήνα να έλθει στην Ερμούπολη της Σύρου για να πιει καφέ στα κύματα. (Χώρος ανοιχτός δίπλα στο ξενοδοχείο 'ΈΡΜΗΣ").
Ο Φωτόπουλος ήταν ηθοποιός και του κινηματογράφου και του θεάτρου. Ήρθε λοιπόν με κάποιον θίασο κατακαλόκαιρο για να παίξει θέατρο.
Μη φανταστεί κανείς ότι ο Μπερντές του Καραγκιόζη μετατρέπονταν σε θερινό θέατρο για να παίζει θέατρο. Οπωσδήποτε κατασκευάζονταν μια θεατρική σκηνή στον ίδιο χώρο όπου στήνονταν και ο Μπερτές του Καραγκιόζη.
Στην αρχή συγκέντρωναν τα υλικά, δηλαδή κάπου είκοσι με εικοσιπέντε βαρέλια κρασιού, ξύλινα βέβαια. Περίπου δεκατέσσερα μαδέρια διαστάσεων 3 μέτρων μήκος και 30 εκατοστών πλάτος και τρεις πόντους πάχος. Μερικά μέτρα λινάτσα, χαρτί χοντρό περιτυλίγματος, καντρόνια, σανίδια, σπάγκο, χρώματα, πρόκες, σχοινιά και μερικές κουΐντες, μαζί με πανί της αυλαίας που κουβαλάγαν όπου έπαιζε ο θίασος θέατρο και άρχιζε η κατασκευή της σκηνής , όπου θα έπαιζαν αρκετές βραδιές.
Πρώτα στήνουν ορθά τα βαρέλια σε σχήμα π.χ έξι (6) στίχους των πέντε (5) βαρελιών (δηλαδή 30 βαρέλια). Ακολουθούσε το στρώσιμο των μαδεριών επάνω στα βαρέλια τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους.
Ήταν έτοιμο το παλκοσένικο. Ακολουθούσε το στήσιμο των καντρονιών δεμένα μεταξύ τους και ο χωρισμός του χώρου με τις λινάτσες για την κατασκευή των παρασκηνίων. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι επειδή το έδαφος αποτελείτο από αμμοχάλικα, τα βαρέλια εξασφάλιζαν την σταθερότητα της σκηνής.
Είναι γνωστό ότι με την ανατολή του ηλίου, αρχίζει να ανεβαίνουν τα μποφόρ στις θάλασσες των νησιών μας. Από τις απογευματινές ώρες αρχίζει να ελαττώνονται με την άπνοια, έχουμε μελτέμια. Αυτά τα καιρικά φαινόμενα τα γνώριζε καλά ο διευθυντής της σκηνής, γι' αυτό μετά την παράσταση, άφηνε άνοιγμα για να περνάει ελεύθερα ο αέρας την ημέρα. Λίγο πριν από την παράσταση, τ' ανοίγματα κλείνανε και η σκηνή ήτανε έτοιμη για την παράσταση.
Μα όλα σ' αυτόν τον κόσμο έχουνε και κάποια εξαίρεση. Έτσι κάποιο βράδυ που δεν κούναγε ούτε φύλλο, σηκώνεται ένα μπουρίνι τρομερό, που όλα χάθηκαν από μπροστά μου.
Πέρασαν χρόνια και ένας φίλος μου άκουσε μια εκπομπή που ο Φωτόπουλος διηγείτο τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ, ο οποίος ήταν επάνω στη σκηνή.
Και τότε έρχεται ένα μπουρίνι απ' τα δυτικά και σηκώνει την σκηνή στον αέρα και σαν υδροπλάνο την προσθαλασσώνει εκεί κοντά. Τα μαδέρια και τα βαρέλια είναι γνωστό ότι πλένε, γι' αυτό και η σκηνή δεν βούλιαξε, αλλά εμείς σαν ναυαγοί ζητούσαμε την βοήθεια των θεατών. Ευτυχώς κάποιοι δραστήριοι μας πετούσαν τις άκριες από τα σκοινιά που κρατάγαν και έτσι τραβώντας τους κάβους αράξαμε στην παραλία. Χωρίς καμία ανθρώπινη απώλεια. Βίρα, βίρα, βίρα, πιάσαμε στεριά, άλλη μια αξέχαστη παράσταση.
Δεν γνωρίζω αν ο συχωρεμένος ο Φωτόπουλος σκέφτηκε ποτέ να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο, μα είτε το θελε είτε δεν το θελε, εκείνο το βράδυ εκεί στο θέατρο τα "κύματα" γίνηκε ναυαγός, γίνηκε ναυτίλος.
Ποιος δεν θυμάται αυτόν τον ηθοποιό του κινηματογράφου και του θεάτρου; Το σλόγκαν του εκείνο το ανεπανάληπτο το κά-α-α-θεται...ο Σταμάτης και ο Γρηγόρης.
Είναι αλήθεια ότι πέρασαν πολλοί και καλοί ηθοποιοί (καλλιτέχνες ηθοποιοί). Φρονώ πως ο Φωτόπουλος έχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία του θεάτρου και του κινηματογράφου και ως ηθοποιός και ως άνθρωπος ...
Συριανές Φιγούρες
Οι δύο περιπτεράδες χρόνια γείτονοι, ούτε μια φορά δεν πικραθήκανε και χωρίς σύμφωνο καλής γειτονίας.

Ο αξέχαστος Μανώλης.
Περνούσε ένα γκρουπ και ήταν ΚΑΠΗ γυναίκες. Η πιο μικρή 70χρονη. Είπε, «κορίτσια προσέξτε τις εκτρώσεις γιατί βλέπω κομμένο το χρώμα σας». Του 'κανε μια ατάκα, «μακάρι να μπορούσα και ας γινόμουνα μαύρη».
Μανώλης: «Γιατί τώρα είσαι πιο καλή... Πήγαινε παραπάνω και πρόσεξε την υγρασία γιατί βλάπτει στα στήθη...»
(Φωτογραφία Ζάσαρη Μανώλη)

(Φωτογραφία Κώστα Ζερβού)
(Παλαιότερη συνέντευξη στον Δ. Χάλαρη)
Κώστας Μολυνδρής από τη Νάξο. Παίρνει προφορικές παραγγελιές σε σημεία που απαγορεύονται να παρκάρουν αυτοκίνητα. Θέλει να είναι μόνος. Αυτός, ο πελάτης και οι μαρμαρόπλακες της πλατείας Μιαούλη ... "Την σήμερον ημέρα πρέπει να προσέχεις τα αυτοκίνητα, τους ωτακουστές, τους κομματόδουλους και τους εφοριακούς. Δεν λένε πρόβλεψη και όχι καταστολή; Αυτό κάνω χρόνια τώρα... ".
- Αγαπώ την Ερμούπολη γι' αυτό είμαι τακτικά εδώ... Έχω πάθει μεγάλη ζημιά... Όταν άρχισα να έρχομαι στη Σύρα, πουλούσα - όπως όλοι ξέρετε - ελιές, τυριά, βότανα, κατσίκια, κρυφά φανερά έβγαζα μεροκάματο. Δεν ξέρω γράμματα, στην αρχή έφερνα και δεύτερο "πράμα", δεν ήξερα κανέναν. Σήμερα που γνωρίζω τόσο κόσμο, δεν μπορώ να φέρω δεύτερο "πράμα" και ας είμαι απ' τη Νάξο
- Γιατί δεν πηγαίνεις σε άλλο νησί ή στην Αθήνα που δεν σε ξέρουν και να πουλάς δεύτερο "Πράμα" και να οικονομάς;
- Εγώ τη Σύρα δεν την αλλάζω και ας μη βγάζω ούτε τα τσιγάρα μου... Κύριε Χάλαρη θα σου πω ένα ωραίο, έγινε στη Νάξο, να το γράψεις σε παρακαλώ, είναι έξυπνο... και αληθινό... Ήτανε ένας Ναξιώτης που κάθε πρωί στο καφενείο έπινε καφέ αμίλητος... Μερικοί χωριανοί φίλοι του αποφάσισαν να του πούνε ένα μεγάλο μυστικό...
- Φίλε μάθε πως η γυναίκα σου "δίνεται", λάβε τα μέτρα σου.
- Το ξέρω...
- Και τι κάνεις;
- Μου αρέσει ο ήλιος...
- Και επειδή σου αρέσει ο ήλιος, αφήνεις τη γυναίκα σου να την γ ... ει ο ένας και ο άλλος;
- Μου αρέσει να βλέπω τον ήλιο... Αν την σκοτώσω δεν θα τον ξαναδώ και μού 'γνεψε ο ήλιος μη το κάνεις... Εγώ αν ξεγελάσω τους πελάτες μου θα μπορέσω να τους ξαναδώ; Θα τους χάσω...
- Οι θαμώνες του καφενείου τού 'πανε μπράβο ρε Κώστα είσαι "τζέτλεμαν" και ας μη ξέρεις γράμματα και ας είσαι από τη Νάξο...

(Φωτογραφία Μολυνδρή)

Κουρείο το μισόκολο
Η φωτογραφία από πίσω έγραφε: «Ξερίζη το Συγάλα Ταμουγκά»

Κουρείο Τιμωνίδη (18-5-1961)

Οικογενειακή ταβέρνα του «ΗΡΑΚΛΗ» στη Νεάπολη.
Οι γυναίκες αριστερά, οι άντρες δεξιά. Ο Ιωάννης Γιαννούκος πάνω στο τραπέζι σκηνοθετεί το πλάνο.
Ο Μελισσάκης το γκαρσόνι σε μεγάλο χαρτί γράφει τις παραγγελίες. Τα «επίλοιπα» φαγώσιμα μετά τα γέλια.
Η καλοσύνη, η αγάπη και η ευθυμία τότε δέσποζαν.

Στα σκαλάκια του Βροντάδου. Καθήμενοι Δημητράρας «τσαγκάρης ο Μπουζουριάς». Δεύτερος από αριστερά ο Συρίγος Νίκος ή Τζένιο και με την τραγιάσκα.

Ο Γιάγκος και ο Αναστάσιος Μακρόπουλος. Ζαχαροπλάστες πρόσφυγες. Άκακοι, ευγενείς, αξιαγάπητοι.
Χριστούγεννα του 1951 στην πλατεία Μιαούλη. Φόντο τα καταστήματα, αριστερά του Μιχάλαρου, δεξιά του Πασσά και στη μέση ο φούρνος του Χέλμη.

Αριστερά ο Καπταλέκος Μαντηλαράς και ο Φιορεντίνος. Είναι Πάσχα, η ταβέρνα στολισμένη με φοίνικες κλαδιά, πίνουν σιγά-σιγά για να καταλάβουν και το Πάσχα και τη γεύση της ρετσίνας.

Δημήτρης Χάλαρης
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας
Όλες οι δημοσιεύσεις του Δημήτρη Χάλαρη στο syrostoday είναι διαθέσιμες εδώ.
Άρθρα του επίσης δημοσιεύονται και στο προσωπικό του ιστολόγιο: dhalaris.wordpress.com