ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΤΕΡΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ
Ο Βάσος Μαθιόπουλος από τη Βόννη τα χρόνια εκείνα μας πληροφορεί σχετικά για τη Μάχη της Κρήτης τον Μάιο του 1941.
Αποφασιστικό στοιχείο που έκρινε την τύχη της μεγαλονήσου το Μάη του 1941 ήταν ο αφοπλισμός που είχε επιβάλει στους κρητικούς η δικτατορία του Μεταξά. Μετά το κίνημα κατά του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου που έγινε το καλοκαίρι του ’38 στην Κρήτη, η δικτατορία επέβαλε γενικό αφοπλισμό των κρητικών. Αλλά επειδή πάντα φοβόταν την αντρίκεια τους αντίδραση, δεν τόλμησε να τα πάει με τα όργανά της. Κρητικός, δεν θα επέτρεπε ποτέ να παραβιάσουν χωροφύλακες το οικογενειακό του άσυλο και να του πάρουν το ατομικό τουφέκι του. Έτσι ζήτησε – και πέτυχε με τις απειλές – την εθελοντική παράδοση των όπλων. Και μόλις άρχισε ο ελληνοιταλικός πόλεμος, πάλι το καθεστώς ζήτησε την παράδοση των όπλων. Φυσικά πολλοί τα κράτησαν. Όμως όταν άρχισε η επίθεση στις 20 Μαΐου του 1941, είχαν όλοι οι κάτοικοι του νησιού τον ατομικό τους οπλισμό, δεν είναι υπερβολή να υποστηριχθεί, πως άλλη θα μπορούσε να είναι ή έκβαση της «Μάχης της Κρήτης».
Αλλά και ένα άλλο στοιχείο ήταν καθοριστικό της εξέλιξης, που οδήγησε στην κατάληψη και του τελευταίου ελεύθερου οχυρού του ελληνικού χώρου από τον άξονα: το ότι η απολυταρχία του Γεωργίου του Β’ δεν επέτρεψε να έχει η Κρήτη τη φυσική στρατιωτική της ηγεσία. Μόνο καθεστώς με πλέγμα εθνικής αναξιότητας, όπως εκείνο του Γεωργίου Γλύξμπουργκ, θα δεχόταν σαν ανώτατο στρατιωτικό διοικητή Νεοζηλανδό στρατηγό, που αγνοούσε και τις ελληνικές συνθήκες και την ψυχολογία του λαού. Η μόνη ελληνική κυβέρνηση που κινήθηκε τη δραματική εκείνη περίοδο, ήταν του Εμμανουήλ Τσουδερού. Μόλις έφτασε στην Κρήτη και συνειδητοποίησε το χάος στο οποίο είχε εγκαταλείψει το ηρωικό νησί η δικτατορία, άρχισε, με συνεχή τηλεγραφήματα προς την ελληνική πρεσβεία του Λονδίνου, να ζητάει αμέσως ενισχύσεις και ιδιαίτερα αεροπορική κάλυψη.
Ο Τσουδερός αμέσως κάλεσε όλους τους απότακτους αξιωματικούς του κινήματος του 1935 να καταταγούν εθελοντικά για να υπερασπίσουν την Κρήτη και διόρισε υπουργό στρατιωτικών τον φιλελεύθερο κρητικό στρατηγό Εμμ. Τζανακάκη. Προχώρησε μάλιστα ο νέος πρωθυπουργός και σε συγκρότηση ταγμάτων εθνοφυλακής από κρητικούς. Αλλά όπως προαναφέρθηκε δεν υπήρχαν όπλα και οι Άγγλοι έφταναν από την ηπειρωτική Ελλάδα ουσιαστικά άοπλοι και αυτοί. Γιατί στην αποχώρηση, η ανώτατη βρετανική στρατιωτική διοίκηση της Μέσης Ανατολής – πολύ ορθά – έδωσε διαταγή να σωθούν οι άντρες και όχι ο οπλισμός τους, όπως είχε συμβεί ένα χρόνο νωρίτερα στη Δουκέρκη.
Αν τη μέρα του θανάτου του Μεταξά, στις 29 Ιανουαρίου 1941, ο Γεώργιος σκεπτόταν ελληνικά και διόριζε αντί αυλικού, αληθινό πρωθυπουργό, υπήρχε η δυνατότητα να οχυρωθεί έγκαιρα η Κρήτη και να μείνει απόρθητο φρούριο στα χέρια των Ελλήνων σε όλη την κατοχή. Γιατί αποτυχία του Γκαίρινγκ, δε θα οδηγούσε σε επανάληψη της επιχείρησης, εφόσον, σε τρεις μόλις εβδομάδες, θα άρχιζε η επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.
Τα σωστά μέτρα, που πήρε ο Τσουδερός, ήταν πάρα πολύ αργά για να αποδώσουν. Και το Λονδίνο, αντί για αεροπλάνα αντιαεροπορικά και τανκς που ζητούσε μέσω του εκεί Έλληνα πρεσβευτή, έφτανε μήνυμα του Υπουργού Εξωτερικών Άντονυ Ήντεν, στις 22 Μαΐου του 1941 – δηλαδή ενώ η μάχη βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη – που εξέφραζε «αισιοδοξία από την ως τότε πορεία των επιχειρήσεων». Και ο μεν Άγγλος Υπουργός Εξωτερικών εφόσον συνεχιζόταν η μάχη, μπορούσε να ισχυρίζεται παροχή βοήθειας, που δεν ήταν σε θέση τη στιγμή εκείνη, να προσφέρει η Βρετανία, για να τονώσει το ηθικό των υπερασπιστών της.
Ο Τσώρτσιλ, όμως, μετά τον πόλεμο και με συνείδηση των ευθυνών του έκανε στα απομνημονεύματά του οξύτατη αυτοκριτική, ομολογώντας πως το Λονδίνο χειρίστηκε το όλο πρόβλημα άμυνας της Κρήτης κατά τον πιο αδέξιο τρόπο.
«Το νησί», έγραψε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, «ήταν στη διάθεσή μας από έξι περίπου μήνες… όλα έπρεπε να είναι έτοιμα, για να αποσταλούν ενισχύσεις, αν βρίσκονταν διαθέσιμες και αν το επέβαλλε η ανάγκη. Παρόλα αυτά δεν υπήρχε κανένα σχέδιο και ούτε παρόρμηση για εργασία. Μέσα σε έξι μήνες, διορίστηκαν έξι διοικητές της φρουράς της Κρήτης. Το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής θα έπρεπε να έχει μελετήσει προσεκτικότερα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα είμαστε υποχρεωμένοι να υπερασπίσουμε, σε κάποια φάση, την Κρήτη σε περίπτωση επίθεσης από τον αέρα και την θάλασσα. Δεν προβλέφθηκε όχι καν η ύπαρξη ενός λιμανιού, αλλά τουλάχιστον η εξασφάλιση ευκολιών από τα νότια του νησιού, τα Σφακιά».
Όμως κατηγορηματικότατος είναι ο σερ Λίντελ Χαρτ ένας από τους διαπρεπέστερους στρατιωτικούς ιστορικούς του αιώνα μας.
Στο κεφάλαιο που αναφέρεται στη «Μάχη της Κρήτης» ο Λίντελ Χαρτ υποστηρίζει:
Στις 20 Μαΐου 1941, στις 8 το πρωί έπεσαν περίπου 3.000 αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη… Υπήρχε σύμφωνα με καλό δίκτυο πρακτόρων από την Ηπειρωτική Ελλάδα, σοβαρές και έγκυρες πληροφορίες μετά τη Βαλκανική εκστρατεία του άξονα, πως θα καταβαλλόταν γερμανική προσπάθεια για την κατάληψη της Κρήτης. Αλλά από αέρα, δεν αντιμετωπιζόταν σαν επικείμενη επίθεση, ενώ από εκεί έπρεπε να αναμένεται. Ο Νεοζηλανδός στρατηγός Φράϊμπερκ – που όπως αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος της «μάχης» της Κρήτης είχε αναλάβει την ανώτατη διοίκηση των ελληνοβρετανικών δυνάμεων άμυνας – ειδοποιούσε, στις 5 Μαΐου τη Βρετανική κυβέρνηση: «Ακατανόητη η νευρικότητα. Ούτε κατ’ ελάχιστο δεν ανησυχώ για επίθεση από αέρα».
Και ο Λίντελ Χαρτ προσθέτει, πως ο Φράιμπεργκ περίμενε απόβαση από τη θάλασσα, πράγμα που ήταν δυνατό να εξουδετερωθεί από τις περιπολίες του Βρετανικού στόλου. Ο Τσώρτσιλ όμως είχε αντίθετη γνώμη και έβλεπε την απειλή να έρχεται από τον αέρα. Και ζήτησε να σταλούν τουλάχιστον 12 ακόμα τανκς προστασίας του πεζικού, για να προστεθούν στα μόλις έξι που βρίσκονταν ήδη στο νησί. Αλλά ακόμα πιο απελπιστική ήταν η παντελής έλλειψη προστασίας στον αέρα και κάλυψης του νησιού απέναντι στα μαχητικά γερμανικά αεροπλάνα και στα μεταφορικά που σκορπούσαν παντού αλεξιπτωτιστές. Ήδη από την πρώτη νύχτα της μάχης, σημειώνει ο Άγγλος ιστορικός, είχαν διπλασιαστεί οι Γερμανοί, που πάτησαν από τον αέρα το έδαφος της Κρήτης. Συνολικά έφτασαν 22.000 οι γερμανοί αλεξιπτωτιστές, που προσγειώθηκαν στο νησί και πολλοί απ’ αυτούς βρήκαν το θάνατο. Όσοι επέζησαν πολέμησαν με μεγάλο πείσμα, ενώ οι Βρετανοί, παρόλο που ήταν περισσότεροι αριθμητικά, δεν είχαν τόσο καλό οπλισμό, όσο οι Γερμανοί και πολλοί ήταν ακόμα κυριαρχημένοι από το σοκ της αποχώρησής τους από την Ελλάδα. Και ο Λίντελ Χαρτ και άλλοι Βρετανοί ιστορικοί και ο ίδιος ο Φράιμπεργκ στην έκθεσή του που υπέβαλε μετά την μάχη στο Βρετανικό Υπουργείο Άμυνας υπογράμμισαν τη γενναιότητα και την υπεραντοχή στις κακουχίες των Κρητικών, που με υψηλό πατριωτικό ήθος αγωνίστηκαν για κάθε σπιθαμή του κρητικού εδάφους. Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός και η πίστη τους για το δίκαιο του πολέμου, απέναντι στην επίθεση του γίγαντα της εποχής που επηρέασαν και τους πάντοτε φλεγματικούς Άγλλους.
Οι εκθέσεις που πήραν στο Λονδίνο για την έκβαση των πρώτων μαχών ήταν τόσο ενθαρρυντικές, ώστε ο Τσώρτσιλ στις 22 Μαΐου, δήλωνε στη Βουλή των κοινοτήτων πως το μεγαλύτερο μέρος των επιδρομέων «έχει εξοντωθεί» ταυτόχρονα, το βρετανικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής και την Τρίτη ακόμα μέρα από την επίθεση ανακοίνωνε πως «οι Γερμανοί έχουν εξουδετερωθεί στην Κρήτη».
Στις 26 ωστόσο, ο Φράιμπουργκ με τηλεγράφημά του, έκανε γνωστό στο διοικητή των βρετανικών δυνάμεων στην Αφρική, στρατηγό Ουέιβελ «οι δυνάμεις που μάχονται κάτω από τη διοίκησή μου, έχω τη γνώμη, ότι έφτασαν στα έσχατα όρια αντοχής. Η κατάσταση εδώ είναι τώρα χωρίς καμιά ελπίδα».
Οι Βρετανοί άρχισαν εδώ την εφαρμογή σχεδίου εκκενώσεως, που άρχισε την νύχτα της 28ης Μαΐου και τερματίστηκε στις 31 του ίδιου μήνα. Οι αγγλικές απώλειες ήταν σημαντικές: Βυθίστηκαν από τα «Στούκας» (τα γερμανικά αεροπλάνα κάθετης εφόρμησης), τρία καταδρομικά του αγγλικού ναυτικού και έξι αντιτορπιλικά. Δεκατρία άλλα μεγάλα πολεμικά σκάφη, ανάμεσα στα οποία δύο θωρηκτά και το τότε μοναδικό αεροπλανοφόρο του αγγλικού στόλου της Μεσογείου, έπαθαν σοβαρές ζημιές. Από την Κρήτη μπόρεσαν τελικά οι Βρετανοί να διασώσουν – πάλι χωρίς τον οπλισμό τους – 16.500 άντρες ανάμεσα στους οποίους ήταν και 2.000 Έλληνες. Περίπου άλλοι τόσοι Βρετανοί χάθηκαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους Γερμανούς. Οι επίσημες αγγλικές στατιστικές αναφέρουν 2.000 νεκρούς, Βρετανούς και Έλληνες.
Η μάχη της Κρήτης, θα μπορούσε να έχει άλλη εξέλιξη όχι μόνο αν δεν υπήρχε ο ογκόλιθος της δικτατορίας, που αποτέλεσε αληθινή τροχοπέδη για τους Κρητικούς που ήθελαν να αγωνιστούν, αλλά ήταν άοπλοι. Αλλά και γιατί, οι Άγγλοι έκαναν βασικά σφάλματα στη διεξαγωγή της άμυνάς τους. Ο στρατηγός Κούρτ Στουντέντ, διοικητής των από αέρα γερμανικών δυνάμεων, κατά την εφαρμογή του «Σχεδίου Ερμής» (της Μάχης της Κρήτης), προσδιόρισε τα λάθη στρατηγικής, αλλά και τακτικής των Βρετανών με τα εξής δεδομένα – σύμφωνα με μεταπολεμική μαρτυρία του: Δεν μεταφέρθηκαν δυνάμεις από τη θάλασσα.
Μια τέτοια προοπτική είχε αντιμετωπιστεί, αλλά δεν διαθέταμε τα απαραίτητα θαλάσσια μεταφορικά μέσα, εκτός από μερικές ελληνικές ακταιωρούς, που περιήλθαν στην κατοχή μας. Μια νηοπομπή από τα μικρά αυτά σκάφη προκρίθηκε να μεταφέρει τα απαραίτητα βαριά όπλα στην Κρήτη, για να χρησιμοποιηθούν από το εκστρατευτικό σώμα, όταν θα αποφασιζόταν επίθεση από τον αέρα. Συγκεκριμένα, αντιαεροπορικά και αντιαρματικά καθώς και πυροβολικό και μερικά τανκς ακόμα και άντρες της 5ης ορεινής μεραρχίας.
Τους ειπώθηκε, πως ο Βρετανικός στόλος βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια, ενώ στην πραγματικότητα, ήδη έπλεε προς την Κρήτη. Αλλά η νηοπομπή συνάντησε αγγλικές ναυτικές μονάδες που την εξουδετέρωσαν. Η Λουτβάφε (η γερμανική αεροπορία) εκδικήθηκε αυτό το πλήγμα χτυπώντας το πολεμικό ναυτικό της Αγγλίας.
Στις 20 Μαΐου συνεχίζει ο Στουντέντ, δεν πετύχαμε να εξασφαλίσουμε ένα οποιοδήποτε αεροδρόμιο. Εκεί όπου πλησιάσαμε περισσότερο ήταν το αεροδρόμιο Μάλεμε 20 προς 21 Μαΐου 1941, η κατάστασή μας ήταν άσχημη. Χρησιμοποίησα όλες τις εφεδρείες για την κάλυψη του αεροδρομίου.
Οι Νεοζηλανδοί περιορίστηκαν μόνο σε μικροεπιθέσεις. Στη διάρκεια της 21ης Μαΐου πέτυχε κατά κύριο λόγο η Γερμανική εφεδρική δύναμη να καταλάβει το Μάλεμε. Το ίδιο βράδυ μπόρεσαν να προσγειωθούν εκεί αλεξιπτωτιστές – με μεταφορικά αεροπλάνα – του πρώτου συντάγματος και των ορεινών καταδρομών και να φτάσουν οι πρώτες δυνάμεις πεζικού. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η Γερμανία κέρδισε τη «Μάχη της Κρήτης».
Αν την ανώτατη διοίκηση την είχανε έμπειροι απότακτοι αξιωματικοί του κινήματος του 1935 θα είχαν εκπονήσει σχέδιο που το λιγότερο, θα ταλαιπωρούσε απίθανα το γερμανικό επιτελείο.
Ο Χίτλερ συμπληρώνει ο Στουντέντ, ήταν έξω φρενών για τις μεγάλες απώλειες των αλεξιπτωτιστών και κατέληξε στο συμπέρασμα πως το στοιχείο του αιφνιδιασμού – πάνω στο οποίο στηριζόταν το σώμα αυτό – εξέλιπε πια μετά τη «Μάχη της Κρήτης».
Και ο Λίντελ Χαρτ, προσθέτει, πως οι απώλειες των συμμάχων στην Κρήτη δεν πήγαν χαμένες.
Ερωτήματα:
-
Γιατί εγκαίρως δεν εξοπλίστηκε η Κρήτη για να αντιμετωπίσει τον εχθρό;
-
Οι Εγγλέζοι και ο Τσώρτσιλ παραδέχθηκαν την αδεξιότητά τους
-
Ο Βασιλιάς από πού πήρε εντολή να μην τοποθετήσει άξιους πολιτικούς και στρατιωτικούς άντρες για να φέρουν σε πέρας την δύσκολη και ζημιογόνα περίοδο;
-
Γιατί τα πολεμικά μας πλοία ανέβαζαν στον Πειραιά Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις όταν οι Γερμανοί έμπαιναν στην Ελλάδα και δεν άφησαν τις δυνάμεις στην Κρήτη;
Η ξένη προδοσία κατέστρεψε την πατρίδα μας.
Φρονώ πως και σήμερα διαφορά δεν έχει.

Το παλάτι και η δικτατορία στέρησαν από το νησί και όπλα και ικανούς αξιωματικούς. Και οι Άγγλοι, όπως ομολόγησε και ο ίδιος ο Τσώρτσιλ δεν είχαν ούτε σχέδιο άμυνας ούτε επαρκή μέσα. Κι ωστόσο, οι Κρητικοί έγραψαν ένα αθάνατο έπος

Οι Γερμανοί αναπαύονται. Ξαπλωμένοι στο έδαφος ή καθισμένοι σε πολυθρόνες κοντά σε εγκαταστάσεις, που ελέγχουν κρίσιμες περιοχές. Λίγο ύστερα, δε θα υπάρχει καιρός για ανάπαυση. Οι Κρητικοί, από την επομένη κιόλας της κατάληψης του νησιού, άρχισαν να οργώνουν την αντίσταση κατά των κατακτητών. Και τα κρητικά ντουφέκια άρχισαν να ξεβροντάνε σε βουνά και σε κάμπους.

Τραυματίες Γερμανοί που μεταφέρθηκαν στην Κρήτη από το αφρικανικό μέτωπο, ξαναγυμνάζονται ύστερα από την ανάρρωσή τους στα σκαλιά του θεάτρου της Φαιστού, στην Κρήτη. Πρώτη αποστολή τους: Να παίξουν σε ερασιτεχνικό θίασο, κάποιο έργο. Η Γερμανίδα νοσοκόμος παίζει με αρμόνικα, για να τους δώσει ρυθμό. Δεύτερος όμως και κύριος στόχος: Η μεταφορά τους πάλι στο μέτωπο. Είτε στα βουνά της Κρήτης, για να αντιμετωπίσουν την ένοπλη ελληνική εθνική αντίσταση, είτε στο ανατολικό μέτωπο.

Στη φωτογραφία: Κουΐσλιγκ της Αθήνας, χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες, στα τέλη του 1943, μαζί με τους Γερμανούς αξιωματικούς, σε κάποια εκδήλωση, σε πόλη της Κρήτης. Το πνεύμα της αγαστής συνεργασίας με τους χιτλερικούς, μεταλαμπαδεύτηκε και στη Μεγαλόνησο. Και εκεί Έλληνες, έθεσαν στην υπηρεσία των κατακτητών, τις ικανότητες, τη γνωριμία και την πείρα τους, εναντίον, φυσικά, των πατριωτών, που μάχονταν το ναζιστικό ζυγό.

Ανώτατος, Γερμανός αξιωματικός, ανάβει το τσιγάρο ενός ιερωμένου (μητροπολίτη;) στην Κρήτη, στις αρχές του 1944. Το όνομά του, δεν αναφέρεται στη γερμανική λεζάντα, αλλά οι Κρητικοί ασφαλώς, θα τον γνωρίσουν. Η επίσημη ελληνική εκκλησία, με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό κράτησε και αξιοπρεπή και ελληνική στάση απέναντι στους κατακτητές. Και πολλοί κληρικοί διώχτηκαν και μερικοί οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, συμμεριζόμενοι τα μαρτύρια του ποιμνίου τους. Η όλη παράδοση της Ορθοδοξίας, ήταν σύνδεσμος ακατάλυτος μεταξύ κλήρου και λαού. Εξαίρεση ριζική, που προκάλεσε την καθολική αποδοκιμασία των Ελλήνων, αποτέλεσε η στάση της επίσημης Εκκλησίας, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης τυραννίας. Έμεινε βουβή και απαθής θεατής των εγκλημάτων και των διώξεων σε βάρος των πατριωτών, ενώ οι επίσημοι εκπρόσωποί της ευλογούσαν το έργο των «εθνοσωτήρων» της 21 Απριλίου.

Ο γερμανικός φακός κωδικοποίησε την ολοκληρωτική καταστροφή που επέφεραν στην Κάνδανο οι κατακτητές. Η κακομεταφρασμένη επιγραφή αποδεικνύει πως τη σύνταξε κάποιο μέλος της μονάδας που δεν άφησε «λίθον επί λίθου». Μαρτυρικό χωριό: «Ως αντίποινον των οπλισμένων πολιτών ανδρών και γυναικών, εκ των όπισθεν δολοφονηθέντων Γερμανών στρατιωτών, κατεστράφη η Κάνδανος». Ίσως την έγραψε κάποιος Γερμανός, που υποτίθεται πως γνώριζε αρχαία ελληνικά, από εκείνους που, προπολεμικά, πρόβαλλαν σαν «φιλέλληνες» και «ελληνολάτρεις». Όμως ποτέ δε συλλάβανε καν το πνεύμα της ελεύθερης και δημοκρατικής αρχαίας πόλης, «του άστεος». Το νόημα του Επιτάφιου του Περικλή, δεν μπορούσε ποτέ να συμβιώσει με το εξαμβλωτικότερο κείμενο το αιώνα, το «Μάΐν Καμπφ» («Ο αγώνας μου», του Χίτλερ)

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές πέφτουν γύρω από τα πεδία προσγείωσης του Μάλεμε. Την αυγή της 20 Μαΐου του '41 άρχιζε η μαζική κύρια επίθεση από τον αέρα για την κατάληψη της Κρήτης. Γεννήτρα πολιτισμών και ψυχή των αλλεπάλληλων πολιτιστικών κύκλων στη Μεσόγειο, η δεξαμενή αυτή της ευρωπαϊκής κουλτούρας, δεν υπέκυψε ποτέ στη δύναμη του ισχυρότερου.

Γερμανοί στρατιωτικοί κατά την κατάληψη της Κρήτης, επιθεωρούν τα «έργα» της Λουφτβάφε: Ερείπια και αποκαΐδια από όπου πέρασαν τα «Στούκας» - τα βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης.

Κρητικός αγωνιστής σκοτωμένος από γερμανικό βομβαρδισμό τις μέρες της «μάχης της Κρήτης», που άρχισε στις 20 Μαΐου ως την 1η Ιουνίου του '41. Στο νησί δεν υπήρχε οργανωμένη αεράμυνα και, κυρίως, καταφύγια. Οι Κρητικοί στη διάρκεια των συνολικών βομβαρδισμών που κράτησαν έντεκα μέρες δεν είχαν δυνατότητες ασφαλούς προφύλαξης. Στην αρτιότερη στρατιωτικά δύναμη της εποχής, με όλα τα μαζικά μέσα καταστροφής, οι Έλληνες μαχητές, δεν είχαν να επιδείξουν παρά την προσωπική τους ανδρεία.

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και άντρες των τμημάτων ορεινών καταδρομών μπροστά σε τάφους, που άνοιξαν για τους νεκρούς στρατιώτες τους. Πάνω στους ξύλινους σταυρούς, όπου είναι γραμμένα με τη γοτθική γραφή, που καθιέρωσε ο Χίτλερ, τα ονόματα των νεκρών, έχουν στηθεί τα κράνη τους. Μετά την κατάληψη της Μεγαλονήσου, μετρήθηκαν τα δυσανάλογα πολλά προς όλη την επιχείρηση θύματα των Γερμανών. Η επίλεκτη μονάδα αλεξιπτωτιστών του Τρίτου Ράιχ αποδεκατίστηκε από τους Κρητικούς και τους Βρετανούς υπερασπιστές της Κρήτης.

Γερμανοί στρατιώτες έχουν ανοίξει ομαδικό τάφο για τις δεκάδες νεκρούς μάλλον Βρετανούς και Έλληνες, που σκοτώθηκαν στο Μάλεμε, τις πρώτες μέρες της επίθεσης. Οι νεκροί δεν πρέπει να είναι Γερμανοί, γιατί σ' αυτούς, όπως είδαμε στην προηγούμενη φωτογραφία, οι συμπατριώτες τους απόδιναν ιδιαίτερες τιμές. Ακόμα τους έβαζαν σε χωριστούς τάφους, χωρίς να τους στοιβάζουν έτσι, όπως φαίνεται στη φωτογραφία.
Οι ανωτέρω φωτογραφίες είναι από το περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ κι οι οποίες προέρχονται από το αρχείο του BUNDESARCHIV.

Δημήτρης Χάλαρης
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας
Όλες οι δημοσιεύσεις του Δημήτρη Χάλαρη στο syrostoday είναι διαθέσιμες εδώ.
Άρθρα του επίσης δημοσιεύονται και στο προσωπικό του ιστολόγιο: dhalaris.wordpress.com