ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ποιες ήταν οι συνθήκες και τα κριτήρια που έκαναν το συγκεκριμένο εργοστάσιο να ξεχωρίσει και να επιτύχει τόσο πολύ ανάμεσα στα άλλα και στον τρομερό ανταγωνισμό όχι μόνο της Ευρωπαϊκής Βιομηχανίας αλλά και της πολύ δυνατής και αξιόλογης τοπικής;
Ακόμα περισσότερα στοιχεία, μοναδικές πρωτότυπες και σπάνιες φωτογραφίες και ντοκουμέντα και πληροφορίες και λεπτομέρειες οι οποίες δεν αναφερθήκαν στο αφιέρωμα το όποιο παρουσιάστηκε στο κοινό της Σύρου την 26η Σεπτεμβρίου στην Ερμούπολη της Σύρου με τίτλο «ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ - ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗ».
Διαβάστε εδώ το πρώτο μέρος του αφιερώματος.

Έχουμε ξεκινήσει ένα ιδιαίτερο αφιέρωμα. «ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ - ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗ». Μια μοναδική διδακτική ιστορία από τα σπάργανα της Βιομηχανικής Ιστορίας της Σύρου.
Είχαμε λοιπόν μείνει σε ένα σημαντικό χρονικό σημείο.
Η εξέλιξη της «ΜΠΑΡΜΠΕΤΑΣ – ΚΟΚΚΙΝΟΣ – ΚΡΥΣΤΡΑΛΛΗΣ Ο.Ε» ήταν όταν το 1926 όταν ο Σπύρος Κρυστάλλης συνιστά την Ομόρρυθμη Εμπορική Εταιρία με έδρα την Ερμούπολη με την επωνυμία «ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ & ΣΙΑ» με σήμα κατατεθέν ένα λιοντάρι που τραβά ένα άνθρωπο με ένα «μάτσο» νήματα.

Ένα ιστορικό άγνωστο γεγονός που αξίζει να θυμηθούμε είναι ότι εκείνη ακριβώς την εποχή η Εταιρία «Ι.& Π ΒΑΡΔΑΚΑΣ – ΣΠΑΘΗΣ – ΣΕΤΕΡΗΣ» μηνύει την «ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ & ΣΙΑ» για απομίμηση και παραποίηση του δικούς τους βιομηχανικού σήματος - λογότυπου.

Τρέχουν στα δικαστήρια και τελικά η «ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ & ΣΙΑ» αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας πανηγυρικά από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών την 6η Αυγούστου 1927. Εισαγγελέας αποφάνθηκε ότι «ουδεμία ομοιότητες υπήρχαν μεταξύ των δυο σημάτων».




Δεν υπήρξε καμία συνέχεια στο συμβάν ύστερα από την απόφαση.
Αξίζει να γνωρίζετε ότι παρόμοια ετικέτα χρησιμοποιούσε και μια ακόμα Ελληνική κλωστοϋφαντουργική εταιρία στο Φάληρο. Ήταν η «ΒΕΛ.ΚΑ. Κλωστήριο Φαλήρου» και μάλιστα από το 1920.
Αλήθεια και γεγονός ήταν πως εκείνη την εποχή το λιοντάρι ήταν ένα πολύ προσφιλές πλάσμα που αρεσκόταν να αναπαρίσταται σε πολλές και διάφορες ετικέτες, φίρμες και λογότυπα.

Η εταιρία αποτελείται από τους Γεώργιο Τσαγκαράκη, Σπυρίδων Σ Κρυστάλλη και Χριστοφή Σ. Κρυστάλλη.





Όλοι οι μέτοχοι συμμετέχουν με το ίδιο πόσο σε Δρχ. (50.000) ενώ το ποσοστό συμμέτοχης του καθενός είναι 34% για τον Τσαγκαράκη, 36% για τον Σπυρίδων Κρυστάλλη και 30% για τον Χριστοφή Κρυστάλη.
Η διαφοροποίηση των ποσοστών αν και όπως σας γράφω το κεφάλαιο που κατέβαλε ο κάθε ένας ήταν ακριβώς το ίδιο οφειλόταν στην προσφορά της προσωπικής εργασίας στην εταιρία και την θέση ευθύνης την όποια είχε κάθε εταίρος σε αυτήν.
Διάρκεια της εταιρίας ορίζονται τα 10 χρόνια. Το 1939, το 1935 , το 1949, το 1969 δόθηκαν παρατάσεις της εταιρίας αφού όλα πήγαιναν μια χαρά.
Το εργοστάσιο που κτίζεται είναι ένα μεγαλειώδες οικοδόμημα που κυριολεκτικά αναβαθμίζει και δίνει ζωή και διαμορφώνει ολόκληρη την περιοχή που ως εκείνη την εποχή ήταν απλά χωράφια.
Ο μηχανολογικός εξοπλισµός του εργοστασίου είναι εντυπωσιακός.
























Όπως και τα περισσότερα Συριανά εργοστάσια προµηθεύονταν το µηχανολογικό εξοπλισµό τους από αγγλικούς (κυρίως) και ελβετικούς κατασκευαστικούς οίκους και δευτερευόντως από γαλλικές και γερµανικές εταιρείες. Μάλιστα κάποια εργοστάσια προµηθεύονταν µηχανήµατα από ίδιες εταιρείες και συγκεκριμένα τους οίκους «Lord Brothers», «Hovart and Bulloh» και «Brooks and Doxey».
Αξίζει να σηµειωθεί ότι η αποστολή των µηχανηµάτων γινόταν µέσω ελληνικών και ξένων τεχνικών εταιρειών.
Ένα από τα γνωστότερα που συνεργαζόταν με τους Συριανούς βιομηχάνους ήταν το τεχνικό γραφείο «Κωνσταντίνος Γκέρτσος και Σία» και ένα άλλο η εταιρεία «Παπακωνσταντίνου Λαγάνας και Σία» µε έδρα την Αθήνα.
Υπήρχε και ένας Συριανός που είχε μια εταιρεία που αναλάµβανε την αντιπροσωπεία και την προώθηση παντός είδους µηχανηµάτων. Ήταν η πασίγνωστη για την εποχή της «Χρήστος Α. Σπανοµανώλης».

Παράλληλα, και όπως σας γράφω παραπάνω, ότι χρειαζόταν από επισκευές συντηρήσεις κτλ αυτές τις αναλάμβανε το µμηχανουργείο των αδελφών Μπαρµπέτα καθώς και την κατασκευή «παντός είδους µηχανών», όπως τουλάχιστον διαφηµίζει σε σχετική καταχώρηση στο «Πανόραµα της Σύρου».
Ολόκληρη η περιοχή όχι μόνο αναβαθμίζεται αλλά γεμίζει ζωή, εργάτες, και εμπορική κίνηση.









Το ίδιο το κτήριο είναι κατασκευασμένο στα πρότυπα των Αγγλικών εργοστάσιων όπου εσωτερικά και εξωτερικά είναι ένα κόσμημα.
Κανένα άλλο εργοστάσιο στη Σύρο δεν είχε αυτήν την εσωτερική πολυτέλεια. Αρχοντική διαρρύθμιση και αρχιτεκτονική.




















Ανάμεσα στις χρονιές 1932 – 1933 εξελίσσεται μια παγκόσμια κρίση. Είναι μια δύσκολη περίοδος που οι δουλειές πέφτουν και μειώνονται κατακόρυφα, χρήματα χάνονται και οι εργάτες μένουν απλήρωτοι. Το εργοστάσιο όμως παλεύει, μένει ζωντανό και με χίλιες δυσκολίες συνεχίζει την παραγωγή του (μειωμένη τραγικά φυσικά και με τους εργαζόμενους να παλεύουν μαζί με την εταιρία να επιβιώσουν με όσα μπορούσαν να οικονομήσουν από τις εργασίες τους.
Πως τα κατάφεραν…; Ο Βενιζέλος φτιάχνει ένα νόμο «Ευεργεσίας περί πτωχευμένων εταιριών» πού βοήθησε τους ιδιοκτήτες εργοστάσιων να ξεχρεώνουν σιγά σιγά και έτσι να επιβιώνουν.
Συνεχιστήκαν παρατάσεις τα έτη 1984, 1989.
Το εργοστάσιο εγκαταστάθηκε σε νεόκτιστα κτήρια σε ιδιόκτητο οικόπεδο με ένα αλλά και παλιότερα μηχανήματα.


























Με την πάροδο του χρόνου και με την ανοδική οικονομική και ποιοτική εξέλιξη της εταιρίας παραλαμβάνονται νέα μηχανήματα κατά καιρούς από το εξωτερικό από την Γερμανία.
Το εργοστάσιο διέθετε 64 ιστούς (αργαλιά δηλαδή). Αξίζει να πούμε ότι τα αργαλιά στα πρώτα χρόνια των εργοστάσιων υφαντουργίας ήταν χειροκίνητα.
Κατά την διάρκεια της ιταλογερμανικής κατοχής το εργοστάσιο λειτουργούσε κατά περιόδους όποτε οι συνθήκες του επέτρεπαν. Τα προϊόντα που παρήγαγε ήταν απόλυτα χρήσιμα ακόμα και αυτά τα δύσκολα και σκοτεινά χρόνια.
Την δεκαετία του 1950 οι ιστοί γίνονται ημιαυτόματοι και παράλληλα αγοράζεται μια αυτόματη κομποδετική μηχανή.
Τα περισσότερα αργαλειά είχαν ρατιέρες (επεξήγηση: Η ρατιέρα ήταν ένας αυτοματισμός που έδινε εντολή στον αργαλειό να ράψει, να υφάνει δηλαδή αυτόματα το λόγγο η την νούγια με την επωνυμία της εταιρίας.) Θυμάστε την διαφήμιση που έλεγε… «και μην ξεχνάτε …να θυμάστε πάντα η νούγια να γράφει …Πειραϊκή Πατραϊκή». Αυτό έκανε η ρατιέρα λοιπό Μεγάλος και πρωτοπόρος αυτοματισμός την εποχή εκείνη.
Το υφαντήριο ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ - ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗ ήταν μαζί με του Λαδόπουλου από τα πλέον σύγχρονα και εξελιγμένα υφαντουργεία στην Ελλάδα και σίγουρα από τα καλύτερα και πιο διάσημα στην Ευρώπη.
Το 1953 το εργοστάσιο διέθετε δυο κινητήριες μηχανές παραγωγής ρεύματος 85 και 50 ΗΡ, 34 διπλούς αργαλειούς και 24 μονούς, δυο διάστρες (ένα βοηθητικό μηχάνημα ), δυο μασουρίστρες που τύλιγαν το νήμα, δυο στριπτήρια ή κλωστές, μια σιδερώστρα, μια κολαρίστα, (η κολαρίστα κολλούσε το ύφασμα για να στέκεται), δυο ζίγγερ (ένας αυτοματισμός που έβαφε το ύφασμα σε όποιο χρώμα ήθελαν), μια τυλίχτρα υφασμάτων, μια σπάστρα, (μαλάκωνε το ύφασμα), μια καψαλίστρα νημάτων (καψάλιζε τα χνούδια και τα νήματα που περίσσευαν) δυο ανέμες (αυτές που τύλιγαν το νήμα σε καρούλια), μια μερσεριζέ νήματος (ένα μηχάνημα που γυάλιζε το νήμα), ένα γκαζέ υφάσματος (αυτοματισμός που καψάλιζε τα χνούδια ώστε το ύφασμα να δείχνει καθαρό και ευπαρουσίαστο), ένα λέβητα και αργότερα και άλλους που μέσα σε υψηλή θερμοκρασία επεξεργαζόταν τα υφάσματα στο νερό η στο χλώριο) τρεις βραστήρες και τέλος δυο σβούρες (δηλαδή στιπτήρια).
Το 1968 στο εργοστάσιο έρχονται και εγκαθίστανται 18 νέοι αυτόματοι ιστοί (αργαλειοί) KOVO (Τσεχοσλοβακίας) και σταματά σχεδόν όλους τους παλιούς.
Μια ακόμα σπουδαία εξέλιξη του εργοστάσιου είναι όταν τον 1972 στο εργοστάσιο εγκαθίστανται ένα από τα καλύτερα μηχανήματα της εποχής. Πρόκειται για το Μηχανικό Βαφείο JASPER (Γερμανίας). Με το νέο αυτό υπερσύγχρονο για την εποχή του μηχάνημα επιτυγχάνεται η απόλυτα τέλεια βαφή καθώς και οικονομία χρωμάτων, υλικών, καυσίμων και φυσικά εργατικών.
Η εικόνα του εργοστάσιου εσωτερικά και εξωτερικά εκείνη την εποχή προκαλεί τον θαυμασμό αλλά και δέος.








Η φήμη του εργοστάσιου μεταφέρεται σε όλη την Ελλάδα, την Μεσόγειο και την Ευρώπη.
Υψηλοί αξιωματούχοι, πρωθυπουργοί, υπουργοί, βασιλιάδες και σημαντικές προσωπικότητες επισκέπτονται το εργοστάσιο για να θαυμάσουν το θαύμα της Ερμούπολης.



Τα προϊόντα που παράγονται στο εργοστάσιο το όποιο ήδη καταλαμβάνει μια από τις σημαντικότερες θέσεις εργοστάσιων υφαντουργίας στην Ελλάδα και παίρνει εύσημα από το εξωτερικό επίσης (είναι η εποχή που η Σύρος μετονομάζεται σε Μάντσεστερ της Μεσογείου) είναι:



Δρίλια, Καμπαρντίνες, Δίμιτα, Μινέρβα, Σατινέ, μονόχρωμα και για ένα διάστημα, που το οριοθετούμε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 παράγει Τσελβόλ (υδρικές ενδυμασίες δηλαδή ) και σύμμικτα.
Προσέξατε την μεγάλη και πλουραλιστική ποικιλία των προϊόντων (όταν τα αλλά υφαντουργία της Σύρου παρήγαγαν ένα ως τρία το πολύ τέσσερα διαφορετικά ήδη προϊόντων).
Όλα τα προϊόντα ήταν άριστης ποιότητας και διατίθενται μέσω ειδικών παραγγελιοδόχων που ταξίδευαν από άκρη σε άκρη την Ελλάδα και μέσω αντιπρόσωπων που έδρευαν στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Και μέσω των μεγάλων πόλεων όπως αντιλαμβάνεστε τα προϊόντα εξάγονται στο εξωτερικό.
Αξίζει να πούμε σε αυτό το σημείο πως το «ντρίλι» που παρασκευαζόταν στο εργοστάσιο θεωρείται ο πρόδρομος του τζιν. Βασικά η παραγωγή του υφάσματος αυτού ξεκίνησε για πρώτη φορά στη Σύρο. Τέτοιο ύφασμα παρήγαγε και το εργοστάσιο του Κρυστάλλη αλλά και του Λαδοπούλου.
Μέσω των εξαγωγών των Συριανών εργοστασίων ειδικότερα προς την Αγγλία και από εκεί προς τον «Νέο Κόσμο», την Αμερική δηλαδή, το ύφασμα αυτό εκτιμήθηκε δεόντος και εξελίχτηκε σε ένα από τα γνωστότερα και πολυχρησιμοποιημένα υφάσματα των επόμενων αιώνων από κάθε άνθρωπο σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Οι Συριανοί επιχειρηματίες του υφάσματος είχαν μια εμπορική εμπειρία που ξεκινούσε από τα χρόνια των προηγουμένων «πατρίδων» τους πριν η προσφυγιά και καταστροφή των νησιών που είχαν γεννηθεί και δραστηριοποιηθεί τους διώξει και τους φέρει στη Σύρο.
Οι Συριανοί γνώριζαν πολύ καλά το ύφασμα. Το εμπόριο του όπως και την κατασκευή του.
Τα Συριανά υφάσματα με τις Συριανές φίρμες και με ένα τέλεια οργανωμένο δίκτυο πωλητών που αλώνιζαν την Ελλάδα και ένα δυνατό δίκτυο αντιπροσώπων σε Ελλάδα και εξωτερικό γίνονται ονόματα. Ακριβά και περιζήτητα σε όλη την Ευρώπη και πέρα από αυτήν.











Σε αυτό το σημείο τελειώνει το δεύτερο μέρος του αφιερώματος μας στο εργοστάσιο υφαντουργίας Κρυστάλλη - Τσαγκαράκη.
Μια ιστορία που όπως ήδη γνωρίζετε πρόκειται να ολοκληρωθεί σε τρία μέρη – τρεις εβδομαδιαίες συνέχειες.