Ενώ κάποτε βάδιζε ο Ιησούς προς την Ιερουσαλήμ, προτίμησε να διέλθει συνοριακά από τη Σαμάρεια και τη Γαλιλαία. Και «καθώς έμπαινε σε ένα χωριό, τον συνάντησαν δέκα άντρες λεπροί» -Οι λεπροί, και γενικά όσοι εμφάνιζαν δερματοπάθειες, θεωρούνταν ακάθαρτοι, και όχι μόνο τελετουργικά αλλά και κοινωνικά ήταν απομονωμένοι. «Οι λεπροί στάθηκαν λίγο μακριά (γιατί απαγορευόταν να πλησιάζουν τους υγιείς) και του φώναζαν δυνατά: Ιησού, κύριε, ελέησέ μας!» Δεν είναι η απόσταση που μας απομακρύνει από το Θεό (αφού Εκείνος είναι πανταχού παρών), αλλά η ηθελημένη άρνηση αναγνώρισης του Χριστού ως Υιού του Θεού και η έλλειψη μετάνοιας και ταπείνωσης. Στις περιπτώσεις αυτές δεν επιτρέπουμε, οικειοθελώς, στη Χάρη του Θεού και στο έλεός Του να ενεργήσει σε μας και να μας βοηθήσει παντοιοτρόπως.
«Όταν εκείνος τούς είδε, είπε: Πηγαίνετε να δείξετε τον εαυτό σας στους ιερείς». Οι ιερείς ήταν επιφορτισμένοι και με το καθήκον να πιστοποιούν την εξέλιξη ή θεραπεία της νόσου, την επιστροφή ή όχι των ασθενών στο οικείο και οικογενειακό περιβάλλον τους. Η εντολή αυτή του Χριστού θα παρείχε άλλωστε τη σωτηρία και σε εκείνους από τους ιερείς που, μέσω του θαύματος της θεραπείας των λεπρών, θα δεχόντουσαν τη μεσιακή και θεϊκή αποστολή του Θεανθρώπου. Ο Ιησούς δεν τους είπε ευθέως ‘σας θεραπεύω’, αλλά τους είπε ‘πηγαίνετε και θα καθαριστείτε’. Θέλησε έτσι να δοκιμάσει την πίστη τους και να αφήσει διαχρονικό παράδειγμα υπακοής στους ξεχωριστούς τρόπους και μεθόδους επενέργειας της θείας Χάριτος, που πόρρω απέχουν από την ανθρώπινη κατανόηση, ορθολογισμό και περιέργεια. Εξάλλου, «καθώς πήγαιναν, καθαρίστηκαν από την ασθένεια», λόγω της εμπιστοσύνης και της υπακοής που έδειξαν στη μοναδικότητα του Ιησού. Η εσωτερική μας κάθαρση, η αγιοπνευματική θεραπεία της ψυχής από τα πάθη, είναι πράγματι αποτέλεσμα αποδοχής και τήρησης των εντολών του Χριστού.
Μόνο «ένας όμως απ’ αυτούς, όταν είδε ότι θεραπεύτηκε, επέστρεψε δοξάζοντας το Θεό με δυνατή φωνή», ο οποίος δια του Χριστού τον θεράπευσε. Και «έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του Ιησού (εις ένδειξη βαθυτάτου σεβασμού), και τον ευχαριστούσε. Και αυτός ήταν Σαμαρείτης». Εθεωρούντο μάλιστα για τους Ισραηλίτες ακάθαρτοι οι Σαμαρείτες, τόσο φυλετικά όσο και θρησκευτικά, επειδή δεν δέχονταν όλα τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης αλλά και επειδή προήλθαν από προσμείξεις εβραίων και ξένων, μετά τη επιστροφή των αιχμαλώτων από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία του 586-538 π.Χ. Και όμως! Ένας τέτοιος γι’ αυτούς αλλόθρησκος και περιφρονημένος έδειξε μεγάλη και εγκάρδια συμπεριφορά ευγνωμοσύνης, ενώ αγνώμονες φάνηκαν οι θεραπευθέντες από τον Ιησού συμπατριώτες Του. Ο ευαγγελιστής Λουκάς τονίζει δηλαδή ότι η ευχαριστία είναι αναπόσπαστο μέρος της πίστης και της σχέσης με τον Θεό.
«Τότε είπε ο Κύριος: Δεν καθαρίστηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννιά πού είναι; Κανένας τους δεν βρέθηκε να επιστρέψει για να δοξάσει τον Θεό (για τη θαυμαστή θεραπεία του), παρά μόνο αυτός εδώ ο αλλοεθνής (ο οποίος μόνος ένοιωσε την υποχρέωση αυτή);» Με τα λόγια αυτά θέλησε ο Κύριος να επισημάνει το καθήκον της οφειλόμενης προς τον Θεό ευχαριστίας και δόξας ως τρόπου ζωής των πιστών. Ακόμη, ήθελε ο Θεάνθρωπος να αποκαλύψει ότι «άλλος έχει το όνομα και άλλος τη Χάρη». Δηλαδή να μην νομίζουν οι Ιουδαίοι ότι επειδή υπήρξαν στην Παλαιά Διαθήκη λαός του Θεού είναι υποχρεωμένος ο Θεός να τους λυτρώσει χωρίς να επιδείξουν μετάνοια, ταπείνωση και ευγνωμοσύνη.
Επιπλέον, ο Κύριος δεν έκανε καμία διάκριση ανάμεσα στους ανθρώπους. Την αγάπη Του προσέφερε και προσφέρει αδιακρίτως σε όλους. Σε συνέχεια και η Εκκλησία, που είναι το Σώμα Του στους αιώνες, αποτελείται από βαπτισμένους πιστούς στο όνομα του Τριαδικού Θεού από όλα τα έθνη, όλες τις φυλές και τους λαούς, απ’ όλα τα επαγγέλματα και τις ηλικίες. Είναι επομένως μια αγκαλιά αγάπης και μια μεγάλη, ενωμένη χριστιανικά, οικογένεια. Ο θείος Παύλος το τονίζει αυτό ιδιαίτερα, όταν λέγει: «Είστε όλοι παιδιά του Θεού, αφού πιστεύετε στον Ιησού Χριστό. Διότι όσοι βαπτιστήκατε στο όνομά Του, έχετε ντυθεί το Χριστό». Την αγάπη οφείλουμε λοιπόν να εκδηλώνουμε σε όποιον έχει την ανάγκη μας, ξεπερνώντας τα φυλετικά εμπόδια, τη στενή μας μόνο συγγένεια ή γνωριμία, το φύλο ή τα συμφέροντά μας. Και είπε στον δι’ Αυτού θεραπευθέντα: «Σήκω πάνω και πήγαινε (στο καλό). Η πίστη σου σε έσωσε». Ήτοι, «η πίστη είναι που θα σε οδηγήσει στην αιώνια σωτηρία και ζωή, εφόσον ακολουθείς το θέλημα του Θεού».
Συμπερασματικά αναφέρουμε ότι ο ευαγγελιστής Λουκάς με τον τρόπο αυτό δείχνει ότι η σωτηρία του Θεού δεν έχει εθνικά ή κοινωνικά όρια. Ότι ο Ιησούς με το θαύμα αυτό καταργεί τις διακρίσεις και δείχνει ότι η σωτηρία είναι για όλους, ανεξάρτητα από καταγωγή ή κοινωνική θέση. Επίσης ότι η πίστη δεν είναι παθητική και θεωρητική υπόθεση, αλλά εκδηλώνεται με υπακοή στο θέλημα του Θεού και με πράξεις φιλανθρωπίας. Η ευχαριστία μάλιστα είναι αναπόσπαστο μέρος της σχέσης με τον Θεό και της πνευματικής ζωής. Αλλά και η πορεία του Ιησού Χριστού προς την Ιερουσαλήμ συμβολίζει την πορεία Του προς τον Σταυρό, όπου θα ολοκληρωθεί η αποστολή Του για τη σωτηρία όλων.
Τέλος, το θαύμα αυτό μάς καλεί να ζούμε με πίστη, ευγνωμοσύνη, αγάπη και εμπιστοσύνη, αναγνωρίζοντας ότι η πραγματική θεραπεία και σωτηρία έρχονται από τον Θεό.
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
‘Η Καινή Διαθήκη’, Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθ. 2003
‘Η Καινή Διαθήκη’, Αποστολικής Διακονίας, Αθ. 2009
‘Όλοι αδέλφια’, Αποστολικής Διακονίας, Βοήθημα εκκλησιαστικής κατήχησης
‘Υπόμνημα εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον’, Π.Ν. Τρεμπέλα, εκδ. Ο Σωτήρ, 1995