Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ – Η ΛΥΤΡΩΣΗ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΕΙΡΗ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους, μας διδάσκει ο Κύριος. O νεότερος από αυτούς είπε στον πατέρα του: “Πατέρα, δώσε μου το μέρος της περιουσίας που μου ανήκει” (δικαιωματικά τού ανήκε το 1/3). Εκείνος διαίρεσε σ’ αυτούς την περιουσία, που σημαίνει ότι ο Θεός σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, ακόμη κι αν αυτός ξεφύγει προς το χειρότερο. Και μετά από λίγες ημέρες, αφού τα σύναξε όλα ο νεότερος γιος, αποδήμησε σε χώρα μακρινή, έφυγε δηλαδή μακριά από τη Χάρη του Θεού, και εκεί διασκόρπισε την περι-ουσία του, ό,τι δηλαδή καλό χαρακτήριζε την συμπεριφορά του, ζώντας άσωτα. Όταν αυτός τα δαπάνησε όλα, και υποδουλώθηκε στο δαιμονικό θέλημα και στις τιποτένιες ηδονές, έγινε ισχυρός λιμός στη χώρα εκείνη, ήτοι, πεινούσε από τη θεία ευλογία, την οποία οικειοθελώς αρνήθηκε, και άρχισε να στερείται, ένοιωσε βαθιά το αίσθημα της αποξένωσης από το Θεό, την έλλειψη πνευματικής ομορφιάς, της θείας προστασίας και της όντως Ζωής.
Τότε πήγε και προσκολλήθηκε σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας, δηλαδή απομακρύνθηκε από την Εκκλησία και οδηγήθηκε στα είδωλα και τις παρασυναγωγές. Τον έστειλε λοιπόν στους αγρούς του να βόσκει χοίρους. Οδηγήθηκε τελικά σε έναν ζωώδη ξεπεσμό, ανάμεσα σε ανθρώπους που υποφέρουν από την άρνηση του Αγίου Πνεύματος. Και έφτασε να επιθυμεί να χορτάσει από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, τα οποία στην αρχή είναι γλυκά στο στόμα αλλά αμέσως μετά αφήνουν άσχημη γεύση, που σημαίνει πως η αμαρτία μόνο προσωρινά είναι γλυκιά. Κανείς όμως δεν του έδινε φαγητό, γιατί δεν χορταίνεις πνευματικά από την αμαρτία, αφού σε αφήνει πάντα υπαρξιακά κενό και με πρόσκαιρη μόνο ευχαρίστηση. Τότε συνήλθε, αναλογίστηκε σε πόση κατάπτωση βρέθηκε και είπε: “Σε πόσους εργάτες του πατέρα μου περισσεύουν άρτοι, ενώ εδώ εγώ χάνομαι από λιμό. Αφού σηκωθώ, θα πορευτώ προς τον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου, δεν είμαι άξιος πια να ονομάζομαι γιος σου. Κάνε με όπως έναν από τους μισθωτούς σου”. Και σηκώθηκε και ήρθε προς τον πατέρα του, προς τον χαμένο του Παράδεισο, την μυστηριακή ζωή που είχε χάσει, τον γεμάτο αγάπη Θεό του.
Ενώ λοιπόν αυτός απείχε ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του -στην ουσία ο Θεός δεν τον άφησε ποτέ, αλλά περίμενε την κίνησή του- και τον σπλαχνίστηκε, διότι απείρως αγαπά ο Θεός χωρίς διακρίσεις, είναι απείρως φιλάνθρωπος και εύσπλαχνος. Και αφού έτρεξε ο πατέρας του, έπεσε στην αγκαλιά του, τον σφιχταγκάλιασε και τον καταφιλούσε. Η σχέση δηλαδή με το Θεό περιλαμβάνει ανείπωτη χαρά, ομορφιά, ειρήνη και ασφάλεια. Του είπε τότε ο γιος: “Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου, δεν είμαι άξιος πια να ονομάζομαι γιος σου”. Μετάνιωσε επιτέλους, και πόθησε έντονα την αληθινή ζωή εν τω Χριστώ. Είπε όμως ο πατέρας προς τους δούλους του: “Γρήγορα, φέρτε έξω την πρώτη στολή και ντύστε τον, που είναι η νέα ζωή του Βαπτίσματος. Και δώστε δαχτυλίδι στο χέρι του, δηλαδή το Χρίσμα και την δύναμη του Παρακλήτου. Και υποδήματα στα πόδια: την αυθεντική πίστη, που σου δίνει ουράνια φτερά. Και φέρτε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, σφάξτε το -δηλαδή τον άμωμο Αμνό, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου- να φάμε να ευφρανθούμε, αφού ως γνωστόν χαίρονται οι πολίτες του Ουρανού, άγγελοι και άγιοι, με τη μετάνοια και ενός ακόμη αμαρτωλού. Διότι αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός και ξανάζησε, ήταν χαμένος και βρέθηκε, ήταν δηλαδή πνευματικά νεκρός και αναστήθηκε”. Και άρχισαν να ευφραίνονται (απ’ αυτή τη ζωή, που ως Εκκλησιαστική, λατρευτική και αναγωγική είναι η πρόγευση των Εσχάτων).
Ο γιος του ο μεγαλύτερος, που συμβολίζει πολλούς ανθρώπους οι οποίοι δεν δουλεύουν από αγάπη αλλά από συμφέρον στον Κύριο, ήταν τότε στον αγρό. Και καθώς ερχόταν και πλησίασε στην οικία, δηλαδή στην Εκκλησία, άκουσε συμφωνίες οργάνων και χορούς, και αφού προσκάλεσε έναν από τους δούλους, ζητούσε να μάθει τι σήμαιναν αυτά. Δεν βίωνε επομένως υγιή κοινωνικότητα, δεν συμμετείχε απευθείας αλλά μέσω τρίτων, γι’ αυτό δεν μπήκε ούτε μέσα. Ο υπηρέτης τού είπε: “Ο αδελφός σου επέστρεψε, και έσφαξε ο πατέρας σου το μοσχάρι το καλοθρεμμένο, γιατί τον έλαβε πίσω υγιή”. Αυτός τότε οργίστηκε και ζήλεψε πολύ, δεν συγκινήθηκε, γιατί δεν είχε αγάπη μέσα του, αλλά ξερή και τυπική καρδιά, και δεν ήθελε να εισέλθει, αλλά ο ίδιος ο πατέρας του βγήκε έξω και τον παρακαλούσε να μπει μέσα. Ο Θεός με άπειρους τρόπους, και ιδιαίτερα με τη Θεία Μετάληψη και την Εξομολόγηση, παρακαλεί για συμφιλίωση, ενώ εμείς οι άνθρωποι συγκρουόμαστε μεταξύ μας ασταμάτητα. Εκείνος αποκρίθηκε και είπε στον πατέρα του: “Ιδού, τόσα έτη σε υπηρετώ σαν δούλος και ποτέ δεν παράβηκα εντολή σου. Εκφράζει εδώ τον τυπικό και τον «καθώς πρέπει» υποτίθεται άνθρωπο, χωρίς όμως αληθινά αισθήματα. Σε μένα, του λέει, ποτέ δεν έδωσες ένα κατσίκι, για να ευφρανθώ μαζί με τους φίλους μου. Όταν όμως αυτός ο γιος σου ήρθε (εκφραζόμενος υποτιμητικά για τον αδελφό του), που σου κατάφαγε το βιός στα ξένα, έσφαξες γι’ αυτόν το καλοθρεμμένο μοσχάρι”! Ο πατέρας τότε του είπε: “Παιδί μου, εσύ πάντοτε είσαι μαζί μου, και όλα τα δικά μου είναι δικά σου. Έπρεπε όμως να ευφρανθούμε και να χαρούμε, γιατί ο αδελφός σου ήταν νεκρός και έζησε, χαμένος και βρέθηκε”» (Λουκ. 15, 11-32).
Ο μεγαλύτερος αδελφός δεν συγχώρησε τον μικρότερο αδελφό του, δεν τον αποδέχθηκε, διότι δεν τον αγαπούσε, και διότι, ένεκα αλαζονείας, θεώρησε εαυτόν ανώτερο και σπουδαιότερο άνθρωπο. Όταν όμως δίδαξε ο Χριστός την Κυριακή Προσευχή, συνέχισε ως εξής: «Εάν συγχωρήσετε στους ανθρώπους ό,τι κακό έχουν κάνει, θα συγχωρήσει και εσάς ο Πατέρας σας ο Ουράνιος. Εάν όμως δεν συγχωρείτε τους ανθρώπους, τότε ούτε και ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα παραπτώματά σας». Ο χειρότερος τύραννος, διδάσκει δηλαδή ο Χριστός, είναι η στέρηση της εσωτερικής ελευθερίας του ανθρώπου και η αδυναμία του να υψωθεί πάνω από τον ξεπεσμένο εαυτό του για να αναπνεύσει, δια της Χάριτος του Θεού, τις δωρεές του Παρακλήτου Πνεύματος.
Βοηθήματα:
‘Το κατανυκτικό Τριώδιο’, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1995
‘Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία προς το Πάσχα’, Αλεξάνδρου Σμέμαν, Ακρίτας 1984
‘Τι γιορτάζουμε από το Τριώδιο έως την Πεντηκοστή;’, Ιερομ. Ιερωνύμου Δελημάρη, Ναύπακτος 2001