Ποια ήταν η βασική αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου σας αυτή την περίοδο;
Η αφορμή δεν ήταν συγκυριακή. Προέκυψε μέσα από μια κλινική εμπειρία 45 ετών και από ερευνητικές συνεργασίες με συναδέλφους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει διαπιστωθεί ότι οι δυσκολίες που εκδηλώνονται στο ψυχικό επίπεδο, π.χ. μετά από απώλειες ή το στρες που επιβάλλει ο σύγχρονος πολιτισμός με τις πολύμορφες απαιτήσεις του, δεν εκδηλώνονται μόνο με ψυχικές διαταραχές, αλλά και μέσω παθολογικών εκδηλώσεων του σώματος. Αυτό είναι αποτέλεσμα της άρρηκτης σχέσης ψυχής – σώματος, του ψυχοσώματος.
Με ενδιαφέρει, λοιπόν, να αναδείξω αυτή τη σύνδεση ψυχής και σώματος, όχι μόνο για την επιστημονική κοινότητα αλλά και για ένα ευρύτερο κοινό. Θεωρώ ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά τη δημόσια υγεία και τον τρόπο που κατανοούμε και φροντίζουμε τον εαυτό μας. Η υγεία σε μεγάλο βαθμό βρίσκεται στα χέρια μας. Εξαρτάται από το πώς ζούμε, τις συνήθειές μας, από το τι τρώμε, αν ασκούμαστε, από το πώς φροντίζουμε το σώμα και την ψυχή μας.
Πώς θα περιγράφατε τον «μηχανιστικό άνθρωπο» σήμερα;
Όταν μιλώ για «μηχανιστικό άνθρωπο», αναφέρομαι σε έναν ιδιαίτερο τρόπο ψυχικής λειτουργίας. Ένα τέτοιο άτομο οργανώνει τη ζωή του καθηλώνοντάς την στην εξωτερική πραγματικότητα, στο πρακτικό και στο χρηστικό, ενώ η επαφή με τον εσωτερικό του κόσμο είναι περιορισμένη. Αυτό έχει ως συνέπεια να περιορίζεται η ικανότητά του να αφήνει ελεύθερη τη φαντασία, να ονειρεύεται και, κυρίως, να αναγνωρίζει και να εκφράζει τα συναισθήματά του. Τα συναισθήματα αυτά παραμένουν κατεσταλμένα και απρόσιτα.
Συχνά, αυτός ο μηχανιστικός τρόπος οργάνωσης του ψυχισμού δεν αποτελεί συνειδητή επιλογή, αλλά αποτέλεσμα πρώιμων αμυντικών μηχανισμών απέναντι σε τραυματικές εμπειρίες. Ο ψυχισμός αποκόπτει κομμάτια του εαυτού που συνδέθηκαν με αυτές τις εμπειρίες, γιατί είναι αφόρητες. Όμως, απορρίπτοντας αυτές τις επώδυνες πλευρές, ακρωτηριάζει και τον ίδιο τον εαυτό.
Έτσι, το άτομο αποφεύγει κάθε σκέψη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανάκληση αυτών των τραυματικών καταστάσεων, γιατί δεν θα άντεχε να νιώσει ξανά τον πόνο. Σε αυτό το πλαίσιο παγώνει και το συναίσθημα, ώστε να αποκλειστεί κάθε πιθανότητα αναβίωσης του τραυματικού παρελθόντος. Με τον χρόνο, αυτό γίνεται ένας σταθερός τρόπος ύπαρξης, που απομακρύνει το άτομο από τον βαθύτερο εαυτό του.
Ποιος είναι ο ρόλος του τραύματος στην ψυχική ζωή;
Το τραύμα, όπως προανέφερα, προκαλεί ρήξεις στη συνέχεια και τη συνοχή του ψυχισμού, με αποτέλεσμα αυτός να αδυνατεί να επεξεργαστεί και να μεταβολίσει τα έντονα ερεθίσματα και τα συναισθήματα που προκάλεσε το ολέθριο γεγονός. Οι ρήξεις αυτές του ψυχισμού δημιουργούν έντονες διεγέρσεις, οι οποίες προκαλούν έντονα συμπτώματα (άγχος, εφιαλτικά όνειρα κλπ). Παρόλα αυτά ο ψυχισμός θα συνεχίσει να επιδιώκει να επεξεργαστεί το τραύμα, επαναλαμβάνοντας τα συμπτώματα, έως ότου μπορέσει να μεταβολίσει το τραύμα και να επεξεργαστεί τις επιπτώσεις του. Δηλαδή, να προσδώσει νόημα στο τραύμα και εκεί που υπήρχε πόνος, θλίψη και κενό — να γίνει σκέψη, συναίσθημα ή λόγος.
Εάν αυτό δεν επιτευχθεί, το τραυματικό βίωμα παραμένει σαν ένα «ακατέργαστο φορτίο». Δεν εξαφανίζεται και εκδηλώνεται η Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε ολέθριες για το άτομο καταστάσεις, όπως σοβαρές ψυχικές διαταραχές, σωματικές παθολογικές εκδηλώσεις, χρήση ουσιών, αλκοολισμό ή παραβατική συμπεριφορά, ακόμα και σε αυτοκτονία, ως ακραία μορφή εκφόρτισης των αφόρητων ψυχικών εντάσεων.
Μπορούμε να πούμε ότι το σώμα «μιλά» όταν η ψυχή δεν μπορεί να εκφραστεί λεκτικά ή συναισθηματικά;
Θα ήμουν προσεκτικός με αυτή τη διατύπωση. Δεν θεωρώ ότι το σώμα «μιλά» με την έννοια μιας συμβολικής γλώσσας. Μπορούμε, ωστόσο, να δούμε τις σωματικές εκδηλώσεις ως σημεία στα οποία χρειάζεται να προσδώσουμε νόημα. Να καταλάβουμε δηλαδή για ποιο λόγο εκδηλώνονται, ποια στιγμή, σε ποιο σημείο.
Όταν ο ψυχισμός δεν καταφέρνει να επεξεργαστεί τις εσωτερικές και εξωτερικές διεγέρσεις, τότε το άτομο επιστρατεύει άλλους τρόπους εκφόρτισης: στοιχεία του χαρακτήρα του ή περάσματα σε ανάρμοστες συμπεριφορές, όπως επιθετικότητα, χρήση αλκοόλ ή ουσιών κλπ. Εάν και αυτές οι απόπειρες αποτύχουν να δώσουν μια «ενεργειακή λύση», τότε η ακατέργαστη ενέργεια που πλημμυρίζει και ακινητοποιεί τον ψυχισμό μπορεί να εκφορτιστεί στο σώμα. Η σωματική εκδήλωση μπορεί να εκληφθεί από τον γιατρό και τον ασθενή ως «μήνυμα» που θα πρέπει να αποκωδικοποιηθεί, αλλά κυρίως αποτελεί ένδειξη ότι η ψυχική επεξεργασία όσων συμβαίνουν στο άτομο δεν κατέστη δυνατή ή διακόπηκε.
Το ποιο όργανο ή ποια λειτουργία θα προσβληθεί εξαρτάται από τη γενετική ευαλωτότητα του ατόμου και από περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η διατροφή, οι συνήθειες ζωής, το στρες κλπ.
Μπορείτε να επεκταθείτε λίγο περισσότερο για τη σχέση των ψυχολογικών δυσκολιών με τις σωματικές ασθένειες;
Όπως ανέφερα, οι περισσότερες ασθένειες είναι πολυπαραγοντικές. Πέρα από τη σωματική και την ψυχική ευαλωτότητα, πρέπει να λάβουμε υπόψη το φύλο του ατόμου — για παράδειγμα, οι γυναίκες προσβάλλονται από αυτοάνοσα νοσήματα πολύ συχνότερα από τους άνδρες — καθώς και το οικογενειακό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει, τη διατροφή του, αν ασκείται κλπ.
Ψυχολογικοί παράγοντες, όπως τα πρώιμα τραύματα, οι απώλειες, το χρόνιο στρες ή η χρόνια κατάθλιψη, μπορούν να επηρεάσουν τόσο την εμφάνιση όσο και την πορεία μιας νόσου.
Καταλήγοντας, δεν θα έλεγα ότι « μια ψυχική λειτουργία με ελλείμματα προκαλεί από μόνη της την ασθένεια», αλλά ότι συμμετέχει σε ένα ευρύτερο πλέγμα παραγόντων. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, π.χ. όταν ένα έντονο τραυματικό γεγονός ανακαλεί ένα πρώιμο τραύμα, μπορεί να πυροδοτηθεί μια «αλυσιδωτή αντίδραση» που να προσβάλλει το σώμα και που ενδέχεται να οδηγήσει σε σοβαρές νόσους, όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου, ή και σε αιφνίδιο θάνατο.
Μπορεί η ψυχοθεραπεία να παίξει ρόλο στην πρόληψη ή στην πορεία μιας νόσου;
Η ικανότητα του ανθρώπου να επεξεργάζεται ψυχικά τα εσωτερικά και εξωτερικά ερεθίσματα έχει αποδειχθεί ότι προστατεύει σε σημαντικό βαθμό το σώμα από τις νόσους. Όταν ο ψυχισμός δεν μπορεί να αναπαραστήσει αυτό που συμβαίνει μέσα και έξω του, τότε το σώμα καθίσταται πιο ευάλωτο στο να νοσήσει.
Αυτό παρατηρείται συχνά σε άτομα με μηχανιστικό τρόπο ζωής, δηλαδή σε άτομα που επιδιώκουν να επιτύχουν τους καθημερινούς τους στόχους χωρίς ουσιαστική επαφή με τον βαθύτερο εαυτό τους, τα συναισθήματα και την ιστορία τους.
Η ψυχοθεραπεία, είτε πριν είτε μετά την εκδήλωση μιας νόσου, μπορεί να βοηθήσει το άτομο να επεξεργαστεί το στρες και τις εσωτερικές του συγκρούσεις, τις σχέσεις του με τους άλλους, αλλά και να τροποποιήσει τον τρόπο ζωής, συνήθειες και συμπεριφορές που επιβαρύνουν τον ψυχισμό και εμποδίζουν τη σκέψη, όπως ο αλκοολισμός, το κάπνισμα, η επικίνδυνη στάση ζωής ή η βία.
Όταν η νόσος έχει ήδη εκδηλωθεί, η ψυχοθεραπευτική υποστήριξη βοηθά το άτομο να προσαρμοστεί καλύτερα και, σε αρκετές περιπτώσεις, μέσω της βελτίωσης της ψυχικής του λειτουργίας, μπορεί να συμβάλει ευνοϊκά στην εξέλιξη και στην πρόγνωση της νόσου.
Ποια είναι τα όρια της ψυχοσωματικής προσέγγισης;
Ο άνθρωπος αποτελεί μια ενιαία ψυχοσωματική οντότητα. Όταν υποφέρει ο ψυχισμός, υπάρχει αντίκτυπος στο σώμα, και το αντίθετο: όταν υποφέρει το σώμα, αυτό επηρεάζει τον ψυχισμό. Πρόκειται για μια ενότητα ψυχής και σώματος.
Η σωματική ασθένεια είναι ένα οργανικό γεγονός, το οποίο όμως επηρεάζει ολόκληρη την ύπαρξη. Ένα άτομο που θεωρείται υγιές και, σε έναν τυχαίο έλεγχο, διαγιγνώσκεται με έναν προχωρημένο καρκίνο, βιώνει έναν ισχυρό υπαρξιακό κλονισμό — σαν να πέφτει ένας κεραυνός στο κεφάλι του. Πρόκειται για μια εμπειρία απειλής αφανισμού της ύπαρξής του, που απαιτεί βαθιά ψυχική επεξεργασία.
Ο ασθενής καλείται να αντιμετωπίσει όχι μόνο την ασθένεια, αλλά και τη χειρουργική επέμβαση, τη χημειοθεραπεία, την ανοσοθεραπεία, την ακτινοθεραπεία και την αγωνία κάθε επόμενου ελέγχου. Επίσης καλείται να διαχειριστεί την κατάσταση που προκύπτει στο περιβάλλον του από την νόσο του — στον σύντροφο, στους γονείς, στα παιδιά — καθώς και τις επαγγελματικές και οικονομικές επιπτώσεις.
Όπως αντιλαμβάνεστε, τα συμβαίνοντα στο σώμα δεν είναι ποτέ αμιγώς σωματικά, αλλά και ψυχικά και οικογενειακά και πολλά άλλα πράγματα. Όταν κάποιος αρρωσταίνει από μια δυνητικά θανατηφόρο νόσο, νιώθει σαν να τον πετούν σε έναν ωκεανό: πρέπει να φροντίσει και το σώμα και την ψυχή του για να μπορέσει να ανταπεξέλθει.
Η ψυχοσωματική προσέγγιση δεν αντικαθιστά την ιατρική — αυτή πρέπει να κάνει τη δουλειά της — αλλά τη συμπληρώνει. Προσθέτει τη διάσταση της ψυχικής λειτουργίας, των σχέσεων με τους άλλους, την ιστορία του ατόμου, ώστε να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση του ανθρώπου.
Ο Σάββας Σαββόπουλος έχει το νησί μας για δεύτερο σπίτι του. Εδώ έρχεται στις διακοπές του να ξεκουραστεί και να γράψει τα βιβλία του. Εδώ και 35 χρόνια που επισκέπτεται το νησί, είναι πάντα πρόθυμος να βοηθήσει τους συμπολίτες μας όταν του ζητούν βοήθεια. Επίσης όταν του ζητήθηκε έκανε ομιλίες για ζητήματα ψυχικής υγείας και ψυχοσωματικής, ιδιαίτερα για τις ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις του καρκίνου σε συνεργασία με το Νοσοκομείο μας, τον σύλλογο καρκινοπαθών και εκλεκτών συναδέλφων του που εργάζονται στο νησί μας.


Φωτογραφία : Τάσος Ανέστης