Σε μια κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία από τις πολεμικές συγκρούσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, οι Ένοπλες Δυνάμεις κάνουν αποφασιστικό βήμα και περνούν σε μια «νέα εποχή» αφού το ΚΥΣΕΑ ενέκρινε σήμερα (23.07.2026) προμήθειες εξοπλισμών αξίας 4,3 δισεκ ευρώ, με σημείο αναφοράς την «Ασπίδα του Αχιλλέα», αεροσκάφη τύπου C-390 και μη επανδρωμένες πλατφόρμες όπως τα Victa και τα V-BAT.
Τα προγράμματα αυτά έχουν μελετηθεί και εγκριθεί από το ΓΕΕΘΑ, σε συνεργασία με τα υπόλοιπα Επιτελεία και με την υλοποίηση τους οι Ένοπλες Δυνάμεις «ανεβαίνουν» πολλά επίπεδα, με την απόφαση του ΚΥΣΕΑ να «ξεκλειδώνει» νέες επιχειρησιακές δυνατότητες όπως π.χ στην αεράμυνα με την «Ασπίδα του Αχιλλέα» αλλά και σε αποστολές ειδικών δυνάμεων με τα Victa αλλά και τα V-BAT.
Ειδικότερα, στην κορυφή του τεράστιου «πακέτου» εξοπλισμών βρίσκεται ο νέος αντιαεροπορικός, αντιβαλλιστικός και anti-drone θόλος της χώρας – γνωστός και ως «Ασπίδα του Αχιλλέα», με εκτιμώμενο κόστος που υπερβαίνει ελάχιστα τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά με «κλειδωμένη» ελληνική συμμετοχή που αγγίζει το 25%, το οποίο ανέρχεται στα 700 εκατομμύρια ευρώ.
Για το θέμα αυτό, το ΥΠΕΘΑ υπογραμμίζει πως η ελληνική συμμετοχή στον «θόλο» δεν εφαρμόζεται στη λογική αγοράς οπλικών συστημάτων από το Ισραήλ, αλλά στην παραγωγή ισραηλινών συστημάτων στην Ελλάδα, ενώ η συνεργασία με ελληνικές εταιρείες θα λειτουργήσει ως καταλύτης για να δημιουργηθεί παραγωγική βάση με στόχο τις εξαγωγές.
Μάλιστα, το δίκτυο αυτό θα μετατρέπει τις Ένοπλες Δυνάμεις σε μια σύγχρονη μηχανή λήψη και επεξεργασίας όλων των δεδομένων σε όλες τις προκλήσεις.
Ο αντιαεροπορικός θόλος και τα C-390
Ο «θόλος» είναι το μεγαλύτερο, ακριβότερο και επιχειρησιακά πιο κρίσιμο από όλα τα εξοπλιστικά προγράμματα, διότι έχει στόχο να εδραιώσει μια ενιαία, δικτυοκεντρική και πολυστρωματική αρχιτεκτονική για την αεροπορική προστασία και άμυνα της χώρας από ένα ευρύ φάσμα απειλών, όπως πύραυλοι cruise, βλήματα πυροβολικού, drones αλλά και μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλης εμβέλειας, χάρη στα ισραηλινά συστήματα David’s Sling, Barak MX και Spyder.
Όμως, το ΚΥΣΕΑ έδωσε το «πράσινο φως» και για τρία νέα μεταφορικά αεροσκάφη τύπου C-390 Millennium που διαθέτουν προηγμένες επιχειρησιακές δυνατότητες, το κόστος των οποίων ανέρχεται σε περίπου 600 εκατομμύρια ευρώ.
Σημειώνεται επίσης πως η συμφωνία αναμένεται να υλοποιηθεί με διακρατική συμφωνία με την Πορτογαλία και η εκτίμηση είναι πως οι παραδόσεις θα ξεκινήσουν από το 2027 και θα ολοκληρωθούν το 2030. Όπως αναφέρουν πηγές του ΥΠΕΘΑ, τα αεροσκάφη αυτά διπλασιάζουν την ταχύτητα μεταφοράς, ενώ διασφαλίζεται η δυνατότητα συντήρησής τους από την ΕΑΒ.
Heron, Victa, V-BAT και non kinetic συστήματα αντι-drone
Ιδιαίτερη σημασία έχει η έγκριση του ΚΥΣΕΑ για να αποκτηθούν μη επανδρωμένες πλατφόρμες.
Αρχικά η αγορά μη επανδρωμένου αεροσκάφους τύπου Heron, το οποίο σε δεύτερο χρόνο θα αναπτύσσεται σε διαμόρφωση που θα επιτρέπει την ενσωμάτωση οπλικών συστημάτων, κάτι που τα μετατρέπει από πλατφόρμες σε μέσο για αποστολές κρούσης, αλλά και ισραηλινά non-kinetic συστήματα για την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Στην εξίσωση μπαίνουν πλέον και τα 10 υποβρύχια οχήματα τύπου VICTA που προορίζονται για τη Διοίκηση Υποβρυχίων Καταστροφών και τις Μονάδες της Διοίκησης Ειδικού Πολέμου, ένα πρόγραμμα με προϋπολογισμό περίπου 145 εκατομμύρια ευρώ και ο σχεδιασμός του οποίου προβλέπει την κατασκευή ή ολοκλήρωση σημαντικού μέρους των οχημάτων στην Ελλάδα.
Μπορούν να κινούνται με υψηλή ταχύτητα στην επιφάνεια και στη συνέχεια να καταδύεται, μεταφέροντας ομάδα ειδικών δυνάμεων στην περιοχή της αποστολής με αυξημένη μυστικότητα, μια εξαιρετική δυνατότητα στο περιβάλλον του Αιγαίου, καθώς επιτρέπει την ταχεία προσέγγιση μιας περιοχής, τη διείσδυση κάτω από την επιφάνεια και την αποβίβαση προσωπικού σε απόσταση ασφαλείας από τον στόχο.
Έτσι, μπορούν να αξιοποιηθούν για αναγνώριση ακτών, ειδική επιτήρηση, επιχειρήσεις κατάληψης ή ανακατάληψης νησίδων, δολιοφθορά εχθρικών εγκαταστάσεων, προστασία κρίσιμων υποδομών και αποστολές μεταφοράς ειδικού εξοπλισμού. Σε δεύτερο χρόνο, αυτά θα μπορούν να αναπτύσσονται αυτόνομα στο πεδίο επιχειρήσεων.
Στη συνέχεια, μεγάλη αξία έχουν τα επιπλέον 10 drones τύπου V-BAT, που θα αυξήσουν σε 20 το συνολικό αριθμό μη επανδρωμένων αεροσκαφών που θα έχουν οι Ένοπλες Δυνάμεις στο οπλοστάσιό τους, ενώ ήδη έχουν δοκιμαστεί επιχειρησιακά σε Ρόδο και Λέσβο, με ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα.
Η προμήθεια είκοσι αεροχημάτων θα επιτρέψει τη δημιουργία μόνιμων δικτύων επιτήρησης στα νησιά και στον Έβρο. Παράλληλα, τα V-BAT μπορούν να λειτουργούν ως προωθημένοι αισθητήρες για το πυροβολικό, τα παράκτια πυραυλικά συστήματα, τα επιθετικά ελικόπτερα και τα πλοία του Στόλου.
Μικροδορυφόροι, Hellfire, σόναρ για MEKO
Τέλος, οι προμήθειες μικροδορυφόρων επιτήρησης (Synthetic Aperture Radar) και η συμμετοχή των ελληνικών δυνάμεων σε αστερισμό μικρών δορυφόρων καθώς επίσης τα αντιαρματικά – κατευθυνόμενα με σύστημα λέιζερ – βλήματα τύπου Hellfire για τα επιθετικά ελικόπτερα τύπου Apache της Αεροπορίας Στρατού, που συνδυάζονται με έναν αριθμό κινητήρων από τα ΗΑΕ.
Οι σύγχρονες διόπτρες νυχτερινής παρατήρησης αναβαθμίζουν σημαντικά τις ικανότητες των ελληνικών δυνάμεων σε τακτικό και επιχειρησιακό επίπεδο, καθώς θα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της στολής του σύγχρονου μαχητή και τα οποία θα μεταφέρουν εικόνα στο Κέντρο Επιχειρήσεων.
Τέλος, τα νέα ισραηλινά σόναρ τύπου M660 HMS (Hull Mounted Sonar) αξίας περίπου 24 εκατομμυρίων ευρώ για τις τέσσερις φρεγάτες MEKO 200HN κλάσης «ΥΔΡΑ» θα αντικαταστήσουν παλαιότερο εξοπλισμό, θα ενισχύσουν σημαντικά τις δυνατότητες εντοπισμού και παρακολούθησης υποβρυχίων, θα ενσωματωθούν στο αναβαθμισμένο σύστημα μάχης TACTICOS των MEKO και θα λειτουργούν σε συνδυασμό με τα ελικόπτερα MH-60R, τα οργανικά μέσα των πλοίων και τα δεδομένα από άλλες μονάδες του Στόλου.
Συμπερασματικά, τα εξοπλιστικά προγράμματα που ενέκρινε το ΚΥΣΕΑ αποτυπώνουν τη μετάβαση από την αγορά μεμονωμένων οπλικών συστημάτων στη δημιουργία ενός πλέγματος αισθητήρων, φορέων, όπλων και κέντρων διοίκησης, το οποίο θα μπορεί να λειτουργεί σε πραγματικό χρόνο και σε διακλαδικό επίπεδο.
Πηγή: skai.gr
Κώστας Σαρικάς
Η απόφαση που πήρε το Πολεμικό Ναυτικό για να επιλέξει τις γαλλικές φρεγάτες FDI HN αποτέλεσε, πριν από λίγα χρόνια, μία από τις πλέον πολυσυζητημένες επιλογές στην ιστορία των ελληνικών εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Οι φρεγάτες FDI της Naval Group δεν είχαν ακόμη ενταχθεί σε κανέναν στόλο, βρισκόνταν στα πρώτα στάδια της ναυπήγησής τους και αρκετοί αμφισβητούσαν τόσο την ωριμότητα της σχεδίασης όσο και την ικανότητα του προγράμματος να τηρήσει τα ιδιαίτερα απαιτητικά χρονοδιαγράμματα που είχε θέσει το Πολεμικό Ναυτικό
Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν ότι ο ελληνικός Στόλος όφειλε να στραφεί σε μια μεγαλύτερη και περισσότερο «δοκιμασμένη» πλατφόρμα, όπως οι FREMM ή άλλες ευρωπαϊκές σχεδιάσεις που υπηρετούσαν ήδη σε επιχειρησιακή δράση. Η επιλογή μιας ολοκαίνουργιας φρεγάτας θεωρήθηκε από ορισμένους ρίσκο, ενώ ασκήθηκε κριτική ακόμη και για το κόστος του προγράμματος.
Πέντε χρόνια αργότερα, όμως, η πραγματικότητα δείχνει να δικαιώνει πλήρως την επιλογή της ηγεσίας του Πολεμικού Ναυτικού. Όχι μόνο επειδή οι φρεγάτες FDI HN εξελίσσονται σε ένα από τα πλέον προηγμένα πλοία αεράμυνας περιοχής της Μεσογείου, αλλά κυρίως επειδή το ελληνικό πρόγραμμα αποτελεί σήμερα ίσως το μοναδικό μεγάλο ευρωπαϊκό πρόγραμμα φρεγατών που εξελίσσεται σχεδόν χωρίς αποκλίσεις από τον αρχικό σχεδιασμό.
Την ώρα που σε ολόκληρη την Ευρώπη μεγάλα ναυπηγικά προγράμματα αντιμετωπίζουν συνεχείς καθυστερήσεις, αναθεωρήσεις χρονοδιαγραμμάτων και εκτίναξη του κόστους, το Πολεμικό Ναυτικό έχει ήδη παραλάβει την πρώτη του FDI, τη «ΚΙΜΩΝ», αναμένει έως το τέλος του έτους τον «ΝΕΑΡΧΟ» και τον «ΦΟΡΜΙΩΝΑ», ενώ η τέταρτη φρεγάτα, ο «ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ», ακολουθεί σύμφωνα με τον σχεδιασμό.
Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα δεν επέλεξε μια παλαιότερη σχεδίαση που είχε ήδη κατασκευαστεί σε σειρά, αλλά επένδυσε σε μια νέα γενιά πολεμικών πλοίων, τα οποία ενσωματώνουν τεχνολογίες που θα αποτελούν σημείο αναφοράς για τις επόμενες δεκαετίες.
Το Πολεμικό Ναυτικό δεν αναζητούσε απλώς μια νέα φρεγάτα για να αντικαταστήσει τις γηρασμένες μονάδες του Στόλου. Αναζητούσε ένα πλοίο που θα άλλαζε συνολικά τη φιλοσοφία των επιχειρήσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, με έμφαση στην αεράμυνα περιοχής, στη δικτυοκεντρική λειτουργία, στην ανθυποβρυχιακή δράση και στη διαχείριση πολλαπλών απειλών ταυτόχρονα.
Αυτό ακριβώς είναι που σήμερα αρχίζει να αποτυπώνεται στην πράξη. Η συσσώρευση τεχνογνωσίας στα ναυπηγεία της Λοριάν έχει επιτρέψει στη Naval Group να μειώνει σταδιακά τους χρόνους ολοκλήρωσης κάθε νέας μονάδας.
Πρόκειται για ένα φαινόμενο που παρατηρείται στα περισσότερα μεγάλα ναυπηγικά προγράμματα, όμως στην περίπτωση των ελληνικών φρεγατών FDI αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς επιτρέπει στο Πολεμικό Ναυτικό να αποκτήσει μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα έναν πυρήνα τεσσάρων υπερσύγχρονων φρεγατών με σχεδόν πανομοιότυπες δυνατότητες και υψηλή διαθεσιμότητα.
Η επιλογή αυτή δεν δικαιώνεται όμως μόνο από την εξέλιξη του ελληνικού προγράμματος, αλλά δικαιώνεται ακόμη περισσότερο όταν συγκριθεί με όσα συμβαίνουν σήμερα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η επιλογή των FDI από το εξαιρετικά απαιτητικό σουηδικό ναυτικό αποτελεί μια ακόμα ένδειξη ότι το Ναυτικό Επιτελείο «διάβασε» έγκαιρα τις εξελίξεις.
Το ευρωπαϊκό ναυπηγικό αδιέξοδο: Οι καθυστερήσεις και η εκτόξευση του κόστους δικαιώνουν την ελληνική επιλογή
Όταν η Ελλάδα υπέγραφε τη σύμβαση για τις τρεις φρεγάτες FDI HN, πολλοί υποστήριζαν ότι επρόκειτο για ένα ιδιαίτερα ακριβό πρόγραμμα. Πέντε χρόνια αργότερα, όμως, η εικόνα στην ευρωπαϊκή αγορά πολεμικών πλοίων έχει αλλάξει δραματικά.
Σήμερα σχεδόν κανένα μεγάλο πρόγραμμα νέων φρεγατών δεν εξελίσσεται χωρίς σημαντικές δυσκολίες. Οι αυξήσεις στις τιμές των πρώτων υλών, η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, οι ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού στα ευρωπαϊκά ναυπηγεία, αλλά και οι μεγάλες απαιτήσεις που δημιουργεί η αυξημένη ζήτηση για πολεμικά πλοία μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, έχουν προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις τόσο στα χρονοδιαγράμματα όσο και στους προϋπολογισμούς.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κοινό πρόγραμμα ανθυποβρυχιακών φρεγατών της Ολλανδίας και του Βελγίου, το οποίο έχει αναλάβει η ολλανδική Damen.
Το πρόγραμμα, το οποίο αρχικά παρουσιαζόταν ως μία από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές συνεργασίες στον τομέα των πολεμικών πλοίων, αντιμετωπίζει πλέον σοβαρότατες δυσκολίες. Οι παραδόσεις μετατίθενται διαρκώς προς τα πίσω, ενώ το συνολικό κόστος έχει αυξηθεί σε βαθμό που προκαλεί έντονο προβληματισμό στις δύο κυβερνήσεις.
Στο Βέλγιο, μάλιστα, η συζήτηση έχει ξεπεράσει το επίπεδο της απλής αναθεώρησης του προϋπολογισμού. Οι μεγάλες υπερβάσεις κόστους και οι καθυστερήσεις έχουν οδηγήσει ακόμη και σε σενάρια επανεξέτασης της συμμετοχής της χώρας στο πρόγραμμα, καθώς το οικονομικό βάρος εμφανίζεται πλέον πολύ μεγαλύτερο από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Η εικόνα αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το ελληνικό πρόγραμμα των FDI HN, όπου όχι μόνο δεν έχουν παρουσιαστεί αντίστοιχες ανατροπές, αλλά κάθε νέο πλοίο ολοκληρώνεται ταχύτερα από το προηγούμενο, αξιοποιώντας την εμπειρία που αποκτά η Naval Group από τη σειριακή παραγωγή.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η περίπτωση της Πορτογαλίας.
Η Λισαβόνα επέλεξε να προχωρήσει στην απόκτηση τριών νέων φρεγατών FREMM EVO από την ιταλική Fincantieri, ενός πλοίου το οποίο θεωρείται εξέλιξη της ιδιαίτερα επιτυχημένης οικογένειας FREMM. Ωστόσο, το συνολικό κόστος του προγράμματος αγγίζει περίπου τα 3,9 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή περίπου 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ ανά πλοίο.
Η σύγκριση με το ελληνικό πρόγραμμα είναι αναπόφευκτη.
Οι ελληνικές FDI αποκτήθηκαν σε σημαντικά χαμηλότερο κόστος ανά μονάδα, ενώ η τέταρτη φρεγάτα, ο «ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ», εκτιμάται ότι θα κινηθεί περίπου στο 1 δισεκατομμύριο ευρώ, παρά το γεγονός ότι θα ενσωματώνει όλες τις βελτιώσεις που έχουν προκύψει από την κατασκευή των τριών πρώτων μονάδων και αυξημένη ελληνική βιομηχανική συμμετοχή.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα αποκτά ένα από τα πλέον σύγχρονα πολεμικά πλοία της Ευρώπης σε κόστος που σήμερα όχι μόνο δεν θεωρείται υψηλό, αλλά αντίθετα εμφανίζεται ιδιαίτερα ανταγωνιστικό σε σχέση με αντίστοιχες ευρωπαϊκές επιλογές.Πρόκειται για μια εξέλιξη που δύσκολα θα μπορούσε να προβλεφθεί πριν από λίγα χρόνια.
Σήμερα, όμως, οι ίδιες οι διεθνείς εξελίξεις αποδεικνύουν ότι το πραγματικό κόστος ενός σύγχρονου πολεμικού πλοίου έχει αυξηθεί θεαματικά και ότι η έγκαιρη απόφαση του Πολεμικού Ναυτικού να προχωρήσει στην επιλογή των FDI HN αποδείχθηκε στρατηγικά σωστή και οικονομικά ιδιαίτερα συμφέρουσα.
FDI HN ή FREMM EVO; Γιατί το Πολεμικό Ναυτικό επέλεξε τη φρεγάτα του μέλλοντος
Η σύγκριση ανάμεσα στις ελληνικές FDI HN και στις νέες FREMM EVO είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Πρόκειται για δύο από τις πλέον σύγχρονες ευρωπαϊκές σχεδιάσεις, οι οποίες προέρχονται από δύο κορυφαίες ναυπηγικές σχολές της Ευρώπης, τη γαλλική Naval Group και την ιταλική Fincantieri.
Με μια πρώτη ματιά, οι FREMM EVO φαίνεται να διαθέτουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα καθώς είναι μεγαλύτερες. Με εκτόπισμα που προσεγγίζει τους 7.000 τόνους, προσφέρουν αυξημένους χώρους, μεγαλύτερα αποθέματα καυσίμων και υψηλότερη αυτονομία για αποστολές μεγάλης διάρκειας σε ανοικτές θάλασσες.
Όμως το Πολεμικό Ναυτικό δεν αναζητούσε ένα πλοίο για υπερωκεάνιες αποστολές. Οι επιχειρησιακές απαιτήσεις του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου είναι διαφορετικές. Το ζητούμενο δεν ήταν το μεγαλύτερο πλοίο, αλλά εκείνο που θα μπορούσε να ανιχνεύσει πρώτο, να εμπλέξει πρώτο και να ενσωματωθεί πλήρως στο μελλοντικό δικτυοκεντρικό περιβάλλον των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο οι FDI HN διαθέτουν ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά τους.
Η ελληνική διαμόρφωση εξοπλίζεται με το Sea Fire, το πρώτο πλήρως ψηφιακό ραντάρ τεσσάρων σταθερών διατάξεων AESA της ευρωπαϊκής αγοράς. Σε αντίθεση με τα περιστρεφόμενα ραντάρ προηγούμενων γενεών, το Sea Fire παρέχει συνεχή επιτήρηση 360 μοιρών χωρίς μηχανική περιστροφή, προσφέροντας εξαιρετικά μικρούς χρόνους αντίδρασης απέναντι σε κορεστικές επιθέσεις από πυραύλους, UAV και μαχητικά αεροσκάφη.
Η δυνατότητα ταυτόχρονης παρακολούθησης εκατοντάδων στόχων και καθοδήγησης πολλαπλών πυραύλων Aster 30 αποτελεί το βασικό στοιχείο που μετατρέπει την FDI σε μια πραγματική φρεγάτα αεράμυνας περιοχής.
Οι FREMM EVO θα φέρουν επίσης σύγχρονο ραντάρ AESA, το Kronos της Leonardo, ένα ιδιαίτερα ικανό σύστημα με σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες. Ωστόσο, η ελληνική FDI σχεδιάστηκε εξαρχής γύρω από τη φιλοσοφία του Sea Fire και του πλήρως ψηφιακού συστήματος μάχης SETIS, με αποτέλεσμα η ολοκλήρωση αισθητήρων και όπλων να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της σχεδίασης και όχι μεταγενέστερη προσθήκη.
Εξίσου σημαντική είναι και η διαμόρφωση του οπλισμού.
Οι ελληνικές φρεγάτες FDI διαθέτουν 32 πυραύλους Aster 30, Exocet MM40 Block 3C, σύστημα εγγύς άμυνας RAM Block 2B, τορπίλες MU90 και το προηγμένο σόναρ CAPTAS-4 Compact, το οποίο θεωρείται ένα από τα αποτελεσματικότερα συστήματα ανθυποβρυχιακού πολέμου παγκοσμίως.
Η συνολική διαμόρφωση έχει σχεδιαστεί ώστε κάθε φρεγάτα να μπορεί να επιχειρεί αυτόνομα, αλλά και ως κέντρο διοίκησης μιας ναυτικής δύναμης.
Οι FREMM EVO διαθέτουν επίσης κορυφαίες δυνατότητες ανθυποβρυχιακού πολέμου και ισχυρό οπλισμό, όμως οι επιπλέον δυνατότητές τους συνδέονται κυρίως με το μεγαλύτερο εκτόπισμα και την αυξημένη αυτονομία.
Πρόκειται για χαρακτηριστικά εξαιρετικά χρήσιμα σε ναυτικά με παγκόσμια παρουσία, όπως το ιταλικό ή το γαλλικό. Για το Πολεμικό Ναυτικό, όμως, οι προτεραιότητες ήταν διαφορετικές.
Η προστασία του Αιγαίου, της Ανατολικής Μεσογείου και των θαλάσσιων ενεργειακών υποδομών απαιτεί πλοία με κορυφαία αεράμυνα περιοχής, εξαιρετικές δυνατότητες ανθυποβρυχιακού πολέμου και πλήρη διασύνδεση με τα Rafale, τα F-16 Viper, τα μελλοντικά F-35, τα ιπτάμενα ραντάρ Erieye, τις πυροβολαρχίες Patriot και τις υπόλοιπες μονάδες του Στόλου.
Αυτός ήταν ο λόγος που το Πολεμικό Ναυτικό επέλεξε την FDI. Δεν επένδυσε στο μεγαλύτερο πλοίο αλλά στο πλοίο που ανταποκρινόταν καλύτερα στο ελληνικό επιχειρησιακό δόγμα και στις απειλές των επόμενων δεκαετιών.
Και σήμερα, καθώς οι πρώτες FDI εντάσσονται στον Στόλο, ενώ αντίστοιχα ευρωπαϊκά προγράμματα καθυστερούν ή κοστίζουν πλέον πολύ περισσότερο από τις αρχικές προβλέψεις, η επιλογή αυτή μοιάζει περισσότερο δικαιωμένη από ποτέ.
Η δικαίωση των Ναυάρχων
Οι μεγάλες εξοπλιστικές αποφάσεις δεν κρίνονται την ημέρα που υπογράφονται οι συμβάσεις αλλά χρόνια αργότερα, όταν τα πλοία, τα αεροσκάφη ή τα οπλικά συστήματα αρχίζουν να επιχειρούν και όταν μπορεί πλέον να γίνει σύγκριση με τις αντίστοιχες επιλογές άλλων χωρών.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει σήμερα με τις φρεγάτες FDI HN. Όταν το Πολεμικό Ναυτικό επέλεγε τη γαλλική πρόταση της Naval Group, γνώριζε ότι αναλάμβανε ένα υπολογισμένο ρίσκο. Επέλεγε μια νέα σχεδίαση που δεν είχε ακόμη ενταχθεί επιχειρησιακά, επένδυε σε τεχνολογίες αιχμής και άφηνε στην άκρη μεγαλύτερες και περισσότερο «δοκιμασμένες» πλατφόρμες.
Σήμερα, όμως, τα δεδομένα έχουν αλλάξει.Η «ΚΙΜΩΝ» υπηρετεί ήδη με την ελληνική σημαία. Ο «ΝΕΑΡΧΟΣ» και ο «ΦΟΡΜΙΩΝ» βρίσκονται στην τελική ευθεία για την ένταξή τους στον Στόλο, ενώ η «ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ» θα ακολουθήσει, ολοκληρώνοντας μέσα σε ελάχιστα χρόνια τη μεγαλύτερη ποιοτική αναβάθμιση που γνώρισε το Πολεμικό Ναυτικό μετά την ένταξη των φρεγατών ΜΕΚΟ 200 ΗΝ.
Την ίδια στιγμή, μεγάλα ευρωπαϊκά προγράμματα αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες. Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η ελληνική επιλογή αποκτά διαφορετική διάσταση.
Οι φρεγάτες FDI HN δεν αποδείχθηκαν απλώς ένα σύγχρονο πολεμικό πλοίο. Αποδείχθηκαν ένα πρόγραμμα που εξελίσσεται σύμφωνα με τον σχεδιασμό, χωρίς σοβαρές αποκλίσεις, προσφέροντας στο Πολεμικό Ναυτικό δυνατότητες αεράμυνας περιοχής, ανθυποβρυχιακού πολέμου και δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων που μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχαν στο ελληνικό οπλοστάσιο.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι η επιλογή αυτή δημιουργεί έναν ομοιογενή πυρήνα μονάδων επιφανείας, με κοινά συστήματα, κοινή φιλοσοφία υποστήριξης και σημαντικά χαμηλότερο κόστος κύκλου ζωής σε σχέση με έναν στόλο διαφορετικών τύπων φρεγατών. Η ομοιογένεια αυτή θα αποδειχθεί ιδιαίτερα πολύτιμη τις επόμενες δεκαετίες, τόσο στην επιχειρησιακή αξιοποίηση όσο και στη συντήρηση και στην εκπαίδευση των πληρωμάτων.
Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη δικαίωση της τότε ηγεσίας του Πολεμικού Ναυτικού.
Δεν επέλεξε τη μεγαλύτερη φρεγάτα ούτε εκείνη με το εντυπωσιακότερο εκτόπισμα. Επέλεξε το πλοίο που εκτίμησε ότι θα ανταποκρινόταν καλύτερα στις ιδιαίτερες επιχειρησιακές απαιτήσεις του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και στις απειλές των επόμενων τριάντα ετών.
Η εξέλιξη του προγράμματος, η τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων, η επιχειρησιακή εικόνα των πρώτων πλοίων και όσα συμβαίνουν σήμερα στην ευρωπαϊκή αγορά φρεγατών δείχνουν ότι η απόφαση εκείνη όχι μόνο άντεξε στον χρόνο, αλλά αναδεικνύεται πλέον ως μία από τις πιο εύστοχες στρατηγικές επιλογές που έχει κάνει το Πολεμικό Ναυτικό τις τελευταίες δεκαετίες.
Δ